Αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης: Πολιτικές και συμβολικές διαστάσεις

«Τίτλος: Λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης […] Άρθρο 1: Δωρεάν επανασύνδεση και παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Άρθρο 2: Επίδομα ενοικίου για την εξασφάλιση στέγης. Άρθρο 3: Επιδότηση σίτισης σε νοικοκυριά».

Το πρώτο νομοσχέδιο της νέας ελληνικής κυβέρνησης, που κατατέθηκε την Τρίτη, αφορά την ανθρωπιστική κρίση. Σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας, επιχειρείται η ανακούφιση ενός σημαντικού τμήματος συμπολιτών, οι οποίοι είναι καταδικασμένοι να ζουν σε εξευτελιστικές συνθήκες που προσβάλλουν τον καθένα μας.

Οι πρόνοιες του νομοσχεδίου επουλώνουν, βέβαια, ένα μικρό μόνο μέρος της εξαθλίωσης. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να θεωρήσουμε ότι απαντούν με επάρκεια σε αυτό που ορθά ονομάζουμε ανθρωπιστική κρίση, δηλαδή την κοινωνική καταστροφή που προκάλεσε η πενταετής μνημονιακή λιτότητα. Έχουμε, λοιπόν, ένα πρώτο βήμα, το οποίο πρέπει να συνοδευτεί από περαιτέρω μεταβίβαση πόρων προς αυτά τα κομμάτια της κοινωνίας. Μια μεταβίβαση που δεν μπορεί να περιμένει απλώς να έρθουν «καλύτερες ημέρες», αλλά πρέπει να μπει μπροστά από τώρα: όλοι οι τομείς του κρατικού μηχανισμού –παρά την τραγική κατάστασή τους–, οφείλουν να εξοικονομήσουν πόρους ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια της παρέμβασης στο πεδίο αυτό. Μια τέτοια πολιτική κατεύθυνση, μάλιστα, διαφοροποιεί ουσιαστικά την τωρινή κυβέρνηση από τις προηγούμενες.

Επίσης, η ανθρωπιστική κρίση περιγράφει μόνο ένα μικρό μέρος της αγριότητας –το πιο κυνικό– που εξαπολύθηκε στην ελληνική κοινωνία. Γιατί η κατάρρευση του επιπέδου διαβίωσης και των προσδοκιών για το μέλλον αφορά εκτεταμένα στρώματα του πληθυσμού που μπορεί να μην βρίσκονται σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και ανέχειας. Η αδυναμία νέων ανθρώπων να σπουδάσουν, η αδυναμία νέων ζευγαριών να κάνουν παιδιά, η μετατροπή της εργασίας από τρόπο αυτόνομης διαβίωσης σε συμπλήρωμα της σύνταξης των γονιών, η αναγκαστική συμβίωση μαζί τους ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, η αναγκαστική μετανάστευση κ.ο.κ. είναι πτυχές αυτής της αγριότητας που δεν περιλαμβάνονται σε εκείνο που ονομάζουμε «ανθρωπιστική κρίση».

Επιπρόσθετα, ας μην ξεχνάμε ότι η αξιοπρέπεια, με την ουσιαστική έννοιά της, ανακτάται μέσα από την επάνοδο στην εργασία και τη δυνατότητα διαβίωσης από αυτή. Τα επιδόματα ή οι έκτακτες πρόνοιες δεν αποτελούν παρά ένα αναγκαίο πρόγραμμα-γέφυρα μέχρι να μπορέσουμε να αναστρέψουμε την οικονομική δυσπραγία και να καταπολεμήσουμε την ανθρωποκτόνα ανεργία.

Παρ’ όλ’ αυτά, το νομοσχέδιο έχει ισχυρότατη πολιτική και συμβολική σημασία.

  1. Πρώτον, η κατοχύρωση του όρου ανθρωπιστική κρίση συνιστά ένα σοβαρό πλήγμα στους υποστηρικτές της λιτότητας και των Μνημονίων, τόσο στη χώρα όσο και στο εξωτερικό. Εμμέσως αλλά σαφώς, η αποδοχή του όρου συνιστά παραδοχή αποτυχίας της πολιτικής της λιτότητας, γεγονός που ενισχύει τις θέσεις της Ελλάδας στο επίπεδο της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Γι’ αυτό άλλωστε οι φανατικοί υποστηρικτές της λιτότητας αντιτάχθηκαν σθεναρά στην αποδοχή του όρου, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
  2. Δεύτερον, η χρήση του όρου ανθρωπιστική κρίση σε νομοθετικό επίπεδο μπορεί να έχει σημαντικές θετικές συνέπειες, θεσμικά. Η επίκλησή της επιτρέπει στην ελληνική πλευρά να ζητήσει εξαίρεση από κοινοτικούς περιορισμούς, ειδική στήριξη και παρέμβαση από ευρωπαϊκούς θεσμούς ή διεθνείς οργανισμούς. Επίσης, της δίνει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τη διάσταση μεταξύ της εφαρμοζόμενης λιτότητας στην Ελλάδα και των καταστατικών αρχών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που κατοχυρώνουν, για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες, θεμελιώδη δικαιώματα. Η ίδια η έννοια της ανθρωπιστικής κρίσης συνιστά καταπάτηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Ελλήνων πολιτών κατά παράβαση των ευρωπαϊκών αρχών, π.χ. του δικαιώματος στην υγεία.
  3. Τρίτον, ο όρος ανθρωπιστική κρίση «νομιμοποιεί» σε ευρύτατα ακροατήρια κάτι που αποτελεί θανάσιμο εχθρό για τη νεοφιλελεύθερη λογική: τη συντεταγμένη παρέμβαση της πολιτείας για την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων και την κάλυψη κοινωνικών αναγκών. Για τη νεοφιλελεύθερη λογική, ως γνωστόν, δεν υπάρχει κοινωνία· υπάρχουν μόνο άτομα, τα οποία είναι απολύτως και αποκλειστικά υπεύθυνα για ό,τι τους συμβαίνει. Συνεπώς, τα άτομα δεν έχουν το ηθικό έρεισμα να ζητήσουν στήριξη από την πολιτεία, και αντιστρόφως η πολιτεία δεν έχει καμιά υποχρέωση και ούτε το δικαίωμα να «σπαταλήσει» πόρους στηρίζοντας αυτούς που, απλώς, δεν τα κατάφεραν στον ανταγωνισμό. Η υποχρέωση της πολιτείας είναι η διαμόρφωση συνθηκών οικονομικού ανταγωνισμού σε όσες πτυχές της κοινωνικής ζωής είναι δυνατόν και η διασφάλιση της μη παρείσφρησης άλλων κριτηρίων (π.χ. αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια κλπ) πέραν του κέρδους στις κρίσιμες αποφάσεις.

Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να κατανοήσουμε, λ.χ., γιατί ενώ υπάρχουν τόσο εκρηκτικά κοινωνικά προβλήματα τα μνημονιακά κόμματα δεν παρουσίασαν ένα δικό τους πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Γι’ αυτές τις δυνάμεις, η ακραία φτώχεια είναι φυσικό επακόλουθο της ήττας στον ανταγωνισμό. Στο πλαίσιο αυτό, η εκ νέου κατάκτηση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης αποτελεί αποκλειστικά ατομική ευθύνη και πρέπει να επιτευχθεί με την ατομική επάνοδο στον οικονομικό (εργασιακό) ανταγωνισμό. Η πολιτεία έχει αποστολή να εμβαθύνει το ανταγωνιστικό περιβάλλον, ώστε να προέλθει ανάπτυξη και μέσα από αυτή να δοθούν ευκαιρίες επανένταξης των αποκλεισμένων. Οποιαδήποτε άμεση, συντεταγμένη, κρατική παρέμβαση για την στήριξη των εξαθλιωμένων συνιστά ανυπόφορη επιλογή.

Για τον ίδιο λόγο, η κριτική από τη μεριά τους (χθες προς το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και σήμερα προς τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης) είναι πρωτίστως κριτική κόστους. Είτε πού θα βρείτε τα λεφτά, είτε είναι λίγα τα λεφτά (οπότε, λένε, μας κοροϊδεύετε — όχι ότι τους νοιάζει που είναι λίγα…). Πουθενά δεν ακούσαμε –ούτε θα ακούσουμε κριτική– ως προς τον τρόπο κάλυψης των αναγκών με κριτήριο την καλύτερη ικανοποίησή τους. Αποκλείεται να τα έχουμε σκεφτεί όλα· σίγουρα υπάρχουν τρόποι, μέθοδοι και εργαλεία πολιτικής που δεν έχουμε σκεφτεί. Δεν πρόκειται όμως να ακούσουμε κριτική για το ότι δεν επιλέγουμε τους βέλτιστους τρόπους αλληλεγγύης και στήριξης των συμπατριωτών μας. Είναι εκτός της νεοφιλελεύθερης λογικής μια τέτοια κριτική, καθώς υπακούει σε κριτήρια εντελώς ξένα στο κέρδος και τον ανταγωνισμό.

Αυτή η εμμονή σε διαφορετικά κριτήρια, σε μια διαφορετική σύλληψη για την κοινωνία και τη ζωή καθιστούν τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβέρνηση ικανούς να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη νεοφιλελεύθερη λογική. Το νομοσχέδιο επαναφέρει επικίνδυνες για το κέρδος και τον ανταγωνισμό αξίες και κριτήρια, και ως εκ τούτου συμβολίζει μια αντεπίθεση. Ορθά, λοιπόν είναι το πρώτο μας.

*Δημοσιεύθηκε στα Ενθέματα της Αυγής στις 08/03/2015

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s