Επιστροφή της πολιτικής

Έχουμε εισέλθει σε περίοδο διαρκούς διαπραγμάτευσης. Η διαπραγμάτευση δεν αφορά τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά τον πολιτικό πυρήνα της πορείας της Ευρώπης. Για τη μια πλευρά αμφισβητούνται τα ιερά και τα όσια του νεοφιλελευθερισμού και της παράγωγης πολιτικής της λιτότητας, τα οποία αποτελούν θεμέλιους λίθους της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης. Για την άλλη πλευρά αμφισβητείται το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία, τα οποία αποτελούν καταστατικές αρχές της ιδέας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η σύγκρουση δεν αφορά τίποτα λιγότερο από τη φυσιογνωμία της ευρωπαϊκής ηπείρου στη νέα εποχή.

Η μια πλευρά έχει στο κέντρο της τα δεξιά κόμματα της Γερμανίας, τα οποία συμπυκνώνουν αλλά και καθορίζουν τις πολιτικές προτεραιότητες των ελίτ σε όλη την Ευρώπη. Ως εκ τούτου η εναρμόνιση δημόσιων παραγόντων (πολιτικών, μιντιακών κ.ο.κ.) στη χώρα μας με τη σκληρή γραμμή της λιτότητας δεν είναι δείγμα απλής υποτέλειας (η οποία είναι υπαρκτή διάσταση), αλλά ξεκάθαρης ταξικής επιλογής.

Η άλλη πλευρά έχει στο κέντρο της τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, ο οποίος συμπυκνώνει τις πολιτικές προτεραιότητες μιας δυνητικά τεράστιας μερίδας των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Ως εκ τούτου η συμβολική σημασία της ενδυνάμωσης του κόμματος και του καθοριστικού του ρόλου στις εξελίξεις είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που φανταζόμαστε.

Η έκβαση της αντιπαράθεσης στις πολλές στιγμές αυτής της διαρκούς διαπραγμάτευσης γύρω από τη φυσιογνωμία της Ευρώπης δεν εξαρτάται μόνο από τις κινήσεις υπουργών, κυβερνήσεων και αξιωματούχων. Εξαρτάται και από την ικανότητα των κομμάτων των δύο πλευρών να διατηρήσουν τον ρόλο τους ως πόλοι έκφρασης των ελίτ και των λαϊκών τάξεων αντίστοιχα, παρά τους κλυδωνισμούς από τη σκληρή αντιπαράθεση. Αλλά και από την ικανότητά τους να ενισχύσουν τη συνοχή και τη «δύναμη πυρός» των «στρατοπέδων» των οποίων de facto ηγούνται.

Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο ρόλος των κομμάτων ως εκφραστών και συμπυκνωτών κοινωνικών συμφερόντων και πολιτικών προτεραιοτήτων, μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, αναζωπυρώνεται δίνοντας πραγματικό περιεχόμενο στην πολιτική μετά από πολλές δεκαετίες. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η πολιτική έχει επιστρέψει.

Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε ότι το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης έχει τροποποιηθεί σε σχέση με αυτό που είχαμε συνηθίσει. Η αποδοχή του δημοκρατικού πλαισίου -ως πλαισίου άσκησης πολιτικής- από τη μεριά των δεξιών πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη αποτέλεσε αναγκαστική μεταπολεμική επιλογή (μεταδικτατορική για τον Νότο της Ευρώπης) με την οποία δεν συμφιλιώθηκαν ποτέ πραγματικά. Σήμερα, οι δεξιές πολιτικές δυνάμεις αμφισβητούν ανοικτά και βίαια το δημοκρατικό πλαίσιο. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε «σταγονίδια» (που είναι πλέον χοντρές στάλες…) ούτε στην ανησυχητική άνοδο της Ακροδεξιάς, του εθνικισμού και του νεο-φασισμού, αλλά στην ανοικτή αμφισβήτηση του δημοκρατικού πλαισίου από τις επίσημες δυνάμεις της Δεξιάς στην Ευρώπη.

Η σύγκρουση και η επισφαλής εκεχειρία ανάμεσα στον σεβασμό στους «κανόνες» -δηλαδή την επιβολή των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων περί αποκλειστικής πρόσβασης των ελίτ στις κρίσιμες αποφάσεις και τον παράλληλο αποκλεισμό των λαϊκών τάξεων και των κριτηρίων τους- και στον σεβασμό στη δημοκρατία, όπως ακούσαμε από τον ΥΠΟΙΚ της Ελλάδας μετά τη συμφωνία του Φεβρουαρίου, εγκαινιάζει την επίσημη μετάβαση σε μια νέα εποχή.

Η πολιτική πλέον διεξάγεται όχι εντός του δημοκρατικού πλαισίου, αλλά μέσα σε ένα ασαφές ως προς τους κανόνες του πεδίο, το οποίο περιλαμβάνει εκβιασμούς, οικονομικές πιέσεις, απειλές, μέχρι και εντάσεις στις διπλωματικές σχέσεις χωρών κ.ο.κ. Είναι μια πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στις δεξιές δυνάμεις που θέλουν να αποδυναμώσουν τη δημοκρατία -το μέσο «μόλυνσης» των διαδικασιών απόφασης από κριτήρια που δεν ταυτίζονται με τα συμφέροντα των ελίτ- και τις δυνάμεις που υπερασπίζονται τη δημοκρατία ως το μέσο επιρροής των κρίσιμων αποφάσεων όλων όσοι δεν έχουν οικονομική ισχύ.

Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική μεν επιστρέφει και αυτό είναι πολύ σημαντικό, αλλά επιστρέφει σε ένα περιβάλλον ανάλογο με αυτό του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ού όπου το δημοκρατικό πλαίσιο δεν ήταν δεδομένο, αλλά το βασικό επίδικο της πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Η διαχωριστική γραμμή -ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητα των αντιμαχόμενων πλευρών σε κάθε περίοδο ή σε κάθε χώρα- είχε να κάνει και με το ζήτημα της δημοκρατίας: πολλή, λίγη ή καθόλου δημοκρατία, δηλαδή, πολλή, λίγη ή καθόλου πρόσβαση των λαϊκών τάξεων στις κρίσιμες αποφάσεις για την πορεία των κοινωνιών.

Έχοντας συνείδηση του χαρακτήρα της νέας περιόδου, οφείλουμε να διαμορφώσουμε μια πολιτική στρατηγική και μεθοδολογία που συνάδει με την περίοδο. Ενδεχόμενες αστοχίες και κακές πρακτικές συνιστούν ενδείξεις της ανάγκης μας να «εκπαιδευτούμε» στους νέους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Να εκπαιδευτούμε ως κόμμα, κυβέρνηση και λαϊκές τάξεις.

Δημοσιεύθηκε στην Αυγή της Κυριακής 15-03-2015

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s