Category Archives: Συγκυρία & διάφορα άλλα

Είναι χρήσιμη η έννοια των κοινών;

Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι τα «κοινά» είναι μια από τις έννοιες με πολύ μεγάλη ταχύτητα διάχυσης ανάμεσα σε όσους και όσες –με διαφορετικές προσεγγίσεις– επιχειρούν να συγκροτήσουν αντιστάσεις, αλλά και να αντιπαρατεθούν δημιουργικά στη ριζική αναδόμηση των ανθρώπινων κοινωνιών σήμερα.

Το ερώτημα είναι αν η έννοια των κοινών είναι γόνιμη στη μεταβατική περίοδο που έχουμε εισέλθει. Δεν αναμένουμε από μια έννοια μια εύκολη και γρήγορη λύση των σημερινών αδιεξόδων, ούτε να αναγορευτεί η έννοια των κοινών σε κάποιου είδους «μαγικό κλειδί», που από μόνη της θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη ριζική αλλαγή πορείας που απαιτείται σήμερα.

Σε συνθήκες όπου οι ελίτ δεν δεσμεύονται από τη δημοκρατική έκφραση της λαϊκής βούλησης και οι βασικές λειτουργίες των κοινωνιών ελέγχονται από θεσμούς στους οποίους οι πολίτες δεν έχουν πρόσβαση, η απελευθέρωση των κοινωνιών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν μπορεί πλέον να βασίζεται μόνο στην παραδοσιακή αγωνιστική πολιτική πρακτική. Από την άλλη, αμέτρητες πρωτοβουλίες και εγχειρήματα στο κοινωνικό πεδίο εμφανίζονται αδύναμα, περιθωριακά, απομονωμένα και αποσπασματικά, αντιμετωπίζοντας τις ίδιες δυσκολίες ξανά και ξανά. Δεν φαίνεται να διαθέτουν την «κρίσιμη μάζα» για την απαραίτητη αλλαγή κλίμακας και τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων λειτουργικών κυκλωμάτων που θα μπορούσαν να αναβαθμίσουν την επιρροή τους στη γενική πορεία των σύγχρονων κοινωνιών.

Η έννοια των κοινών, λοιπόν, μπορεί να φανεί χρήσιμη με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα στην απαιτητική επανεπινόηση των οργανωσιακών μορφών, των νοοτροπιών, της πολιτικής φαντασίας και μεθοδολογίας που έχουμε ανάγκη. Για να καταστεί χρήσιμο και γόνιμο το πλέγμα ιδεών και εννοιών γύρω από τα κοινά, πρέπει να έχουμε κατά κατά νου ότι δεν πρόοκειται για ένα πλήρως ανεπτυγμένο σύστημα. Είναι μάλλον ένα πορώδες και ανοικτό πλέγμα αρχών, πρακτικών και εννοιών.

Ο «πλούτος» των κοινών

Τα τελευταία χρόνια έχουν αναδυθεί πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες προσέγγισης των κοινών. Το βιβλίο του Ντέιβιντ Μπόλιερ [David Bollier] παρέχει μια σύντομη και απλή εισαγωγή στην έννοια των κοινών όπως αυτή αναδύεται σε ποικίλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όπως είναι φυσικό, αναπτύσσεται μια έντονη συζήτηση διεθνώς για το ποια οπτική γωνία –ή έμφαση σε μια ορισμένη πτυχή των κοινών– είναι πιο δυναμική για την αναβάθμιση των κινημάτων αντίστασης, λιγότερο ή περισσότερο ενσωματώσιμη, κατάλληλη για την προώθηση ενός εναλλακτικού και ανταγωνιστικού παραδείγματος κ.ο.κ. Ωστόσο, αντι να επιδοθούμε σε μια διαδικασία σύγκρισης διαφορετικών οπτικών, θα πρότεινα να επιδιώξουμε τον εντοπισμό εκείνων των στοιχείων περί κοινών που αναδεικνύει η κάθε οπτική γωνία και πώς θα μπορούσαν αυτά να είναι χρήσιμα για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής επιβίωσης και χειραφέτησης.

Τα κοινά απέκτησαν μια δυναμική τα τελευταία χρόνια χάρη στην πολύχρονη και συστηματική εργασία της Έλινορ Όστρομ, η οποία μελέτησε συστήματα διαχείρισης πόρων κοινής δεξαμενής (commons pool resources) σε παραδοσιακά δομημένες κοινότητες. Η μελέτη της ανανέωσε το ενδιαφέρον για τα κοινά ως ένα τεχνικό σύστημα διαχείρισης πόρων που διαφοροποιείται από τις αρχές οργάνωσης και τη μεθοδολογία συστημάτων διαχείρισης που βασίζονται είτε στην αγορά είτε στο κράτος.

Επίσης, η έννοια των κοινών αναπτύχθηκε στο πεδίο της ψηφιακής τεχνολογίας, και συγκεκριμένα στις κοινότητες και τις πρακτικές γύρω από το ανοικτό/ελεύθερο λογισμικό. Σήμερα έχει επεκταθεί σε πεδία όπως η συλλογική.δημοκρατική διαχείριση μαζικών δεδομένων, τα συστήματα διαχείρισης ανοικτών δεδομένων και ανοικτού υλικού, κατανεμημένα ψηφιακά χρηματοοικονομικά συστήματα κ.ο.κ.

Όπως συχνά τονίζει ο Μπόλιερ στο βιβλίο του, με νηφαλιότητα και χωρίς μεγαλοστομίες, η έννοια των κοινών προσανατολίζει στη διερεύνηση και ανάπτυξη θεσμών, ρυθμίσεων και κανόνων για μια μετα-καπιταλιστική κοινωνική και θεσμική οργάνωση, θέτοντας στο επίκεντρο της προσοχής το προφανές: η κυριαρχία της λογικής του κέρδους και του ανταγωνισμού δεν μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα των νοητικών και οργανωσιακών μορφών που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων για τις κοινωνίες μας και την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Αυτή η επιλογή είναι κεφαλαιώδης, καθώς φέρνει στην επιφάνεια την πρόκληση ανάπτυξης θεσμίσεων, συστημάτων διαχείρισης και παραγωγής και τύπων διακυβέρνησης που είναι σχετικότερες με τις σημερινές συνθήκες.

Επίσης, η νομική διάσταση των κοινών επερωτά θεμελιακές κατηγορίες του νομικοφιλοσοφικού υποβάθρου της νεωτερικότητας. Η έννοια των κοινών δεν μπορεί να βρει τη θέση της σε μια νομική κοσμοθεώρηση, όπου το δικαίωμα αποτελεί κατηγόρημα που αποδίδεται σε άτομα και η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της αρχετυπικής σύλληψης της κοινωνίας.

Επιπρόσθετα, η συζήτηση περί κοινών, θέτοντας στο επίκεντρο του προβληματισμού ζητήματα που σχετίζονται με τα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής, προσανατολίζει την προσοχή στην υπαρξιακή ανάγκη των ανθρώπων για συλλογικό νόημα και ανθρώπινη επαφή, πτυχές που το κράτος και η αγορά, όπως έχουν εξελιχθεί σήμερα, δεν είναι σε θέση να προσφέρουν. Η διαχείριση των κοινών είναι µια άλλη µορφή διαχείρισης των κοινωνικών σχέσεων.

Η ενθυλάκωση της οικονομικής δραστηριότητας σε πιο εύρωστα συστήματα διαχείρισης των κοινών, που περιλαμβάνουν περισσότερες διαστάσεις των ανθρώπινων σχέσεων (πέραν αυτής της απρόσωπης συνδιαλλαγής), φαίνεται να είναι πιο σχετικά με τις ανάγκες της περιόδου: για παράδειγμα, οι περίφημες εξωτερικότητες της καθιερωμένης οικονομικής πρακτικής –οι οποίες έχουν οδηγήσει σε παραγωγικές τερατογενέσεις και καταστροφές χωρίς προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία– τοποθετούνται στο επίκεντρο των συστημάτων διαχείρισης των κοινών.

Υπό προϋποθέσεις, η επεξεργασία και περαιτέρω ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων διαχείρισης μπορούν να ενδυναμώσουν παραγωγικές νοοτροπίες και πρακτικές ευθέως αντιθετικές με τη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού. Οι εν λόγω νοοτροπίες και πρακτικές με τη σειρά τους είναι σε θέση να αναμετρηθούν με τις συνέπειες της καταστροφικής επίδρασης της λογικής του κέρδους και του ανταγωνισμού στις κοινωνίες μας και το περιβάλλον.

Η έννοια των κοινών άλλοτε σχετίζεται με συστήματα διαχείρισης, άλλοτε με τις κοινωνικές σχέσεις, άλλοτε με βαθύτερα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά (δίπολο ατομικό/συλλογικό, επιμέρους/καθολικό κ.ο.κ) και άλλοτε με κοινωνικές θεσμίσεις. Η έννοια των κοινών συναντά το συνεταιριστικό κίνημα και την αλληλέγγυα οικονομία, αναμετριέται με την έννοια της αξίας και το ρόλο του χρήματος, διαλέγεται με ιθαγενικά και άλλα μη νεωτερικά συστήματα αξιών και τύπους ορθολογικότητας, και φωτίζει υπαρκτές αλλά παραγνωρισμένες και υποτιμημένες νεωτερικές και προ-νεωτερικές λογικές, έξεις και νοοτροπίες που είναι ενεργές στις σύγχρονες κοινωνίες.

Η έννοια των κοινών –όσο παραμένει πορώδης και ανοικτή– δείχνει να αλληλεπιδρά με ζητήματα απολύτως καίρια σε μια πορεία εναγώνιας αναζήτησης μιας νέας αγωνιστικής μορφής ζωής σε έναν κόσμο που κλυδωνίζεται: η λειτουργικότητα στη μικροκλίμακα συλλογικών διαδικασιών, η διασύνδεση επιμέρους πρωτοβουλιών σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, το ερώτημα της θεσμικής οργάνωσης και της διακυβέρνησης με αποκεντρωμένο, δημοκρατικό, συμμετοχικό τρόπο, η αλληλεπίδραση με το κυρίαρχο οικονομικό κύκλωμα, η αναμέτρηση με νέες τεχνολογικές εξελίξεις κ.ο.κ. Αυτά τα ζητήματα δεν είναι προβλήματα και αδυναμίες της έννοιας των κοινών: είναι ζητήματα ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή μας – και η έννοια των κοινών μάς βοηθάει να τα αναγνωρίσουμε και να αναμετρηθούμε μαζί τους. Η έννοια των κοινών είναι μια πρόκληση να επανεκπαιδεύσουμε το βλέμμα μας στις εξελίξεις γύρω μας.

Χειραφέτηση και κοινά

Όσοι και όσες με διάφορους τρόπους, με διαφορετικές καταγωγές και αφετηρίες, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικές αφορμές αναλαμβάνουν την ευθύνη να αντισταθούν στην εξόντωσή τους και στην παρακμή των κοινωνιών τους, είναι εκείνοι και εκείνες που, για να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του αγώνα, ήδη διερευνούν νέες μορφές, κατευθύνσεις, μεθοδολογίες και πρακτικές. Ταυτόχρονα, ζούμε σε μια περίοδο όπου η ταχύτητα των εξελίξεων σε διάφορους τομείς «τσιτώνει» τις κοινωνίες, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η απόσταση μεταξύ εκτεταμένων τμημάτων που αποκλείονται πολλαπλώς και έχουν μικρή ως ελάχιστη πρόσβαση στη γνώση και την πληροφορία, και εκείνων των στρωμάτων που επίσης καταπιέζονται και ασφυκτιούν, αλλά διατηρούν κάποια πρόσβαση στην εργασία, τη γνώση και την πληροφορία. Μόνο μια σύνθετη πολιτική στρατηγική που θα ενοποιήσει αυτές τις «φυλές» των προς εξόντωση πληθυσμών θα μπορέσει

α) να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά με τις ελίτ για να αναχαιτίσει τη σημερινή πορεία των πραγμάτων,

β) να συμβάλει στην επιβίωση εκτεταμένων τμημάτων του πληθυσμού που αφήνονται στη μοίρα τους και

γ) να αναπτύξει μια στρατηγική χειραφέτησης ικανή να αντιμετωπίσει τα εκρηκτικά σημερινά αδιέξοδα των σύγχρονων κοινωνιών και της ανθρωπότητας στο σύνολό της.

Η έννοια των κοινών μπορεί να συμβάλει –υπό προϋποθέσεις και την κατάλληλη μεθοδολογία– στη διαμόρφωση ενοποιητικών διεργασιών. Η έννοια των κοινών εμφιλοχωρεί στον λόγο και την πρακτική –με διαφορές και αποκλίνουσες συνδηλώσεις– ιθαγενικών κινημάτων, κινημάτων διεκδίκησης γης, περιβαλλοντικών κινημάτων, κινημάτων για την ψηφιακή ελευθερία και την ανοικτότητα, κινημάτων πόλης, κινημάτων αντίστασης στην εμπορευματοποίηση/ιδιωτικοποίηση και κινημάτων ανάκτησης υπό δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο πόρων και υποδομών – από τη γη και το νερό μέχρι τη γνώση, την πληροφορία, τους δημοσίους χώρους. Κι αυτό, καθώς παρέχει έναν τρόπο να τεθούν ηθικά και πολιτικά ζητήματα που η συμβατική πολιτική τείνει να αγνοεί ή να απωθεί.

Επιπρόσθετα, η γλώσσα των κοινών παρέχει χρήσιμα εργαλεία για τη συγκρότηση ενός ευρύτερου οράματος που θα επιτρέψει σε όσους και όσες πλήττονται με διαφορετικούς τρόπους από την απολυταρχία της αγοράς να αναγνωρίσουν την κοινή τους μοίρα, να αναπτύξουν μια κοινή αφήγηση, να καλλιεργήσουν δεσμούς αλληλεγγύης, συντονισμού και συνεργασίας. Και, γιατί όχι, να οικοδομήσουν συστάδες λειτουργικών εναλλακτικών παραγωγικών διαδικασιών και κοινωνικών θεσμίσεων που διέπονται από μια διαφορετική λογική. Με άλλα λόγια, η γλώσσα των κοινών μπορεί να συμβάλει στη σύγκλιση αντιστάσεων, κριτικών φωνών και λειτουργικών παραδειγμάτων.

Η έννοια των κοινών μπορεί να συμβάλει στην αναζωογόνηση της πολιτικής φαντασίας. Εστιάζοντας στη συλλογική χρήση και διαχείριση κοινών πόρων, και επεκτείνοντας ακτινωτά μια τέτοια προσέγγιση σε άλλες δραστηριότητες, η έννοια των κοινών μας «σπρώχνει» να σκεφτούμε, να πειραματιστούμε και να διερευνήσουμε ολοκληρωμένα μοντέλα συντονισμού, μεθόδους και θεσμίσεις δημοκρατικού σχεδιασμού που άπτονται νέων τρόπων διακυβέρνησης στη μικρο- και μακρο- κλίμακα, και τη λειτουργική συνάρθρωση «κυττάρων» μιας άλλης λογικής στο τοπικό, περιφερειακό και διαπεριφερειακό επίπεδο. Δικτυώσεις και διασυνδέσεις μεταξύ εγχειρημάτων διαχείρισης των κοινών μπορούν να μας παράσχουν μια ζωτική υποδομή για την ανάδυση μιας νέας κοινωνικής αυτονομίας, η οποία θα αυξήσει την ανθεκτικότητα των ανθρώπων χωρίς οικονομική ισχύ και θα θέσει τις βάσεις για μια πολιτική στρατηγική με πολύ διευρυμένους ορίζοντες.

David Bollier, Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή (μετάφραση: Γιώργος Θεοχάρης, επίμετρο: Ανδρέας Καρίτζης, επιστημονική επιμέλεια: Γιώργος Παπανικολάου), Angelus Novus, σσ: 304 

*Δημοσιεύθηκε στο RedNotebook στις 02/01/2017

«Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή»

Κυκλοφορεί το βιβλίο του David Bollier «Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή» από τις εκδόσεις Angelus Novus. Τίτλος Πρωτοτύπου: »Think Like a Commoner, A Short Introduction to the Life of the Commons, σε μετάφραση Γιώργου Θεοχάρη. Επίμετρο: Ανδρέας Καρίτζης, επιστημονική επιμέλεια: Γιώργος Παπανικολάου

 

15349571_238237639932828_8064864232658908524_n

Καλοκαίρι 2015: Τέσσερις τοποθετήσεις και δημόσιες δηλώσεις

Στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ στις 24 Μαΐου 2015 κατέθεσα τις παρακάτω τροπολογίες. 

«Η Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ απέρριψε τρείς ακόμη τροπολογίες που κατέθεσε ο Ανδρέας Καρίτζης σε ό,τι αφορά τη διαρκή ετοιμότητα του κόμματος και της Κ.Ε. ειδικότερα, την αποχώρηση της κυβέρνησης από το Brussels Group, ώστε να γίνει διαπραγμάτευση σε πολιτικό επίπεδο και την τεχνική προετοιμασία για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

Με την πρώτη τροπολογία ο κ. Καρίτζης πρότεινε να τεθεί σε κατάσταση διαρκούς συνεδρίασης η Κ.Ε. λόγω της κρισιμότητας των εξελίξεων.

Με τη δεύτερη τροπολογία ο κ. Καρίτζης , εκτιμούσε ότι η διαπραγμάτευση σε τεχνικό επίπεδο έχει ολοκληρωθεί και ότι η κυβέρνηση εξάντλησε όλες τις δυνατότητές της για να επιτευχθεί αμοιβαία επωφελής συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο, κάτι που δεν έκαναν οι πιστωτές. Πρόταση του κ. Καρίτζη προς την κυβέρνηση ήταν να επικεντρώσει και να εντείνει τη διαπραγμάτευση σε υψηλό πολιτικό επίπεδο, θεωρώντας περαιωμένες τις εργασίες σε επίπεδο Brussels Group.

Με την τρίτη τροπολογία, ο κ. Καρίτζης αφού επισήμανε την ανάγκη να υπάρξει πλήρης εγρήγορση της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας , καλούσε την κυβέρνηση να ενεργοποιήσει τις διαδικασίες για την τεχνική προετοιμασία του κράτους για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, ώστε να είναι σε πλήρη ετοιμότητα στην περίπτωση που κριθεί αναγκαία η διεξαγωγή του.»

(τμήμα σχετικού ρεπορτάζ του ΑΜΠΕ)

***********

Στις 15 Ιουλίου 2015 συνυπέγραψα μαζί με άλλα 108 μέλη της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ δημόσια δήλωση με το παρακάτω περιεχόμενο. 

Δήλωση 109 (επί συνόλου) 201 μελών της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ:

«Στις 12 Ιουλίου συντελέστηκε στις Βρυξέλλες ένα πραξικόπημα που απέδειξε ότι στόχος των ευρωπαϊκών ηγεσιών ήταν η παραδειγματική εξόντωση ενός λαού που οραματίστηκε ότι μπορεί να ακολουθηθεί ένας άλλος δρόμος πέραν και έξω από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της ακραίας λιτότητας. Ένα πραξικόπημα που στρέφεται ευθέως εναντίον κάθε έννοιας δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας.

Η συμφωνία με τους “θεσμούς” ήταν αποτέλεσμα απειλών άμεσου οικονομικού στραγγαλισμού και συνιστά ένα νέο μνημόνιο με επαχθέστατους και ταπεινωτικούς όρους επιτήρησης, καταστροφικό για τον τόπο και το λαό μας.

Αντιλαμβανόμαστε τις ασφυκτικές πιέσεις που ασκήθηκαν στην ελληνική πλευρά, παρά ταύτα θεωρούμε ότι το παλλαϊκό περήφανο ΟΧΙ στο δημοψήφισμα δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση να υποκύψει στα εκβιαστικά τελεσίγραφα των δανειστών.

Η συμφωνία αυτή δεν είναι συμβατή με τις ιδέες και τις αρχές της αριστεράς, κυρίως, όμως, με τις ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων. Η πρόταση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τον κόσμο και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.

Ζητάμε την άμεση σύγκληση της Κεντρικής Επιτροπής και καλούμε τα μέλη, τα στελέχη και τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να περιφρουρήσουν την ενότητα του κόμματος, στη βάση των συνεδριακών αποφάσεων και των προγραμματικών μας δεσμεύσεων»

***********

Στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ στις 31 Ιουλίου 2015 πέντε μέλη της ΚΕ καταθέσαμε το παρακάτω ψήφισμα. 

«Στη διαδικασία της Κεντρικής Επιτροπής, εκτός από τα ψηφίσματα της πλειοψηφίας (για Έκτακτο Συνέδριο το Σεπτέμβρη, χωρίς τοποθέτηση επί της συμφωνίας) και της Αριστερής Πλατφόρμας (για Διαρκές Συνέδριο που θα απορρίψει τη συμφωνία), κατατέθηκε και μειοψήφησε το εξής:

1. Η ΚΕ δεν συναινεί στο περιεχόμενο της προτεινόμενης συμφωνίας.

2. Η ΚΕ συγκροτεί κατεπειγόντως επιτροπή επεξεργασίας σχεδίου απεγκλωβισμού της χώρας από τις μνημονιακές δεσμεύσεις για αποκατάσταση της Δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας.

3. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζουν την κυβέρνηση με ψήφο ανοχής μέχρι την ολοκλήρωση του σχεδίου.

4. Με την ολοκλήρωση του σχεδίου, προκήρυξη εκλογών με αίτημα για νέα διαπραγμάτευση και συμφωνία, στη βάση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης, ή ενεργοποίηση του σχεδίου απεγκλωβισμού.Η παραπάνω διαδικασία πρέπει να επικυρωθεί το συντομότερο από έκτακτο συνέδριο.

* Το ψήφισμα κατέθεσαν οι: Παναγιώτης Βωβός. Ανδρέας Καρίτζης, Αλέξανδρος Μπίστης, Νάγια Νικολάου και Δημοσθένης Παπαδάτος.»

***********

Στις 13 Αυγούστου 2015 συνυπέγραψα δημόσια δήλωση με άλλα 18 μέλη της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ. 

«Από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, το 2010, τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ βρεθήκαμε στην πρώτη γραμμή των κοινωνικών και εργατικών αγώνων για την ανατροπή των καταστροφικών πολιτικών της ακραίας λιτότητας, της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους, της διάλυσης των εργασιακών δικαιωμάτων και της αποσάθρωσης της δημοκρατίας.

Ερμηνεύσαμε, ορθά, την παγκόσμια οικονομική κρίση ως δομική κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και τη συνεχή διόγκωση του ελληνικού χρέους ως αποτέλεσμα των αδιέξοδων πολιτικών που υπαγορεύτηκαν από τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία της ευρωζώνης και εφαρμόστηκαν από το σύνολο των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων.

Αποδείξαμε ως μόνη πραγματική εναλλακτική λύση την κατάργηση των μνημονίων, την ανακατανομή των οικονομικών βαρών με μέτρα αναδιανομής υπέρ των ασθενέστερων, την παραγωγική ανασυγκρότηση με βάση ένα οικονομικό μοντέλο που θα αξιοποιούσε όλες τις πηγές του εγχώριου πλούτου και του κοινωνικού δυναμικού της χώρας. Καταφέραμε έτσι να συσπειρώσουμε σε ένα ευρύ αντιμνημονιακό μέτωπο όλες τις κοινωνικές δυνάμεις που καταστρέφονταν από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές, φέρνοντας για πρώτη φορά την αριστερά στην κυβέρνηση.

Σήμερα, μετά από ένα πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά δεδομένα αντιδημοκρατικό πραξικόπημα, που ανέτρεψε τη δημοκρατικά εκφρασμένη θέληση του ελληνικού λαού επιβλήθηκε στην κυβέρνηση ένα νέο μνημόνιο. Με την πρόταση υπογραφής της μνημονιακής συμφωνίας με το «κουαρτέτο» των «θεσμών», το κοινωνικό συμβόλαιο που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ στο λαό αναιρείται. Η συμφωνία περιέχει μέτρα που όχι μόνο την καθιστούν οικονομικά μη βιώσιμη και πολιτικά μη διαχειρίσιμη, αλλά και ακυρώνουν κάθε έννοια δημοκρατικής λαϊκής κυριαρχίας.

Αναγνωρίζουμε ότι η συμφωνία επιβλήθηκε υπό το κράτος εκβιασμών και απειλών μιας άμεσης και άτακτης χρεωκοπίας. Όμως, με την υπογραφή της συμφωνίας ούτε το ενδεχόμενο αυτό αποσοβείται οριστικά, ούτε παρέχεται δυνατότητα εφαρμογής μιας εναλλακτικής πολιτικής για την οικονομική ανάκαμψη και ανακούφιση των ασθενέστερων τάξεων, καθώς η κυβέρνηση της χώρας θα τελεί υπό την διαρκή εποπτεία των θεσμών, ενώ τα «εργαλεία» για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας θα εκποιηθούν για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Δημιουργείται έτσι μια αδιέξοδη, ανακυκλούμενη υφεσιακή κατάσταση, η οποία και θα επιτείνει την κοινωνική εξαθλίωση, αλλά και θα εκπέμψει το μήνυμα ότι ο δυσμενής συσχετισμός των δυνάμεων στην Ε.Ε. δεν επιτρέπει καμία άλλη εναλλακτική πέραν της υποταγής και της εφαρμογής των καταστροφικών νεοφιλελεύθερων επιλογών.

Συνεπώς, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αποδεχθούμε αυτή τη συμφωνία, η οποία θα διαρρήξει τις κοινωνικές μας συμμαχίες και θα καταστήσει την αριστερά αναξιόπιστη. Και φυσικά, είναι αδιανόητη η εφαρμογή αυτής της συμφωνίας από μια κυβέρνηση στην οποία θα συμμετέχει το κόμμα μας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να εκπονήσει άμεσα ένα σοβαρό εναλλακτικό σχέδιο, ταχύτατου απεγκλωβισμού από τα μνημόνια, εξετάζοντας όλα τα ενδεχόμενα -λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ταχύτατα συντελούμενη νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη της Ε.Ε. και της ευρωζώνης και την κυριαρχία των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων κύκλων- αξιοποιώντας το κοινό πεδίο των αγώνων με τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς και τα όποια ρήγματα που συντελέστηκαν στη διάρκεια της διαπραγμάτευσης στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο, αλλά, κυρίως, τον κινηματικό παράγοντα και το μεγαλόπρεπο ΟΧΙ του λαού μας στο δημοψήφισμα. Αυτό πρέπει να είναι και το βασικό αντικείμενο ενός καταστατικά έγκυρου Συνεδρίου που πρέπει να γίνει μέσα στον Σεπτέμβριο, και πρέπει να προηγηθεί οποιασδήποτε εκλογικής διαδικασίας.»

 

Επιστολή παραίτησης από την ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ

*Ακολουθεί η επιστολή που έστειλα κατά την παραίτησή μου από την Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλιο του 2014, η οποία  παρέμενε αδημοσίευτη για λόγους που αναφέρονται στην επιστολή. Δύομιση χρόνια μετά την δημοσιοποιώ για αρχειακούς λόγους.  

«Προς  τον Πρόεδρο του κόμματος, Αλέξη Τσίπρα 
             τον Γραμματέα του κόμματος, Δημήτρη Βίτσα 
             τα μέλη της Πολιτικής Γραμματείας


Με την παρούσα επιστολή σας καταθέτω την παραίτηση μου απο την πολιτικη γραμματεία.

Έχοντας εκλεγεί με την πλειοψηφούσα λίστα, είμαι υποχρεωμένος να παραιτηθώ από τη στιγμή που κατ´εξακολούθηση έχω διαπιστώσει διάσταση στη μεθοδολογία και φιλοσοφία για τη διεύθυνση και λειτουργία του κόμματος.

Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια πολυ κρίσιμη ιστορική φάση – και καθώς δεν υπάρχουν οι τρόποι και οι διαδικασίες συζήτησης τέτοιων ζητημάτων – δεν επιθυμώ πλέον να συμμετέχω σε μια διεύθυνση με την οποία δεν συμφωνώ.

Θα συνεχίσω να υπηρετώ τον κοινό μας σκοπό απο τη θέση του μέλους της κεντρικής επιτροπής συμφωνώντας με τη γενική πολιτικη κατεύθυνση όπως αυτη εχει αποτυπωθεί στα συνεδριακά κείμενα.

Δεν επιθυμώ τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου της επιστολής για προφανείς λογους αυτοπροστασιας του κομματος, ενώ θα ήθελα η αντικατάσταση μου να γίνει μετά τις εκλογές (ευρωεκλογές 2014).

Ανδρέας Καρίτζης
Αθήνα, 26-4-2014″

Πορεία σε λεπτό πάγο

Σήμερα στην Ελλάδα μια κυβέρνηση με αναφορά στην αριστερά εφαρμόζει μνημονιακή πολιτική, βαθαίνοντας τα τραύματα στην ήδη γονατισμένη ελληνική κοινωνία και οικονομία και αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τους διοικητικούς και επιχειρησιακούς βραχίονες του ελληνικού κράτους. Η αριστερά βαθμιαία αλλά γοργά καταγράφεται στις καρδιές και τα μυαλά των πολιτών ως μνημονιακή δύναμη.

Ο κόσμος της αριστεράς αλλά και η λαϊκή πλειοψηφία που συσπειρώθηκε μαζί με την αριστερά στον αγώνα για την υπεράσπιση της κοινωνίας και μια ζωή με προοπτική και αξιοπρέπεια, σήμερα είναι αποδιοργανωμένη και σε βαθειά σύγχιση. Σε μια κρισιμότατη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ της στέρησε το πιο πολύτιμο, σε πολλά επίπεδα, “εργαλείο”: την πολιτική έκφραση της μη συμμόρφωσης με την χρηματοοικονομική απολυταρχία. Οι συνέπειες των επιλογών που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα είναι βαθειές και πολύπλευρες. Έχουν τέτοιο βάθος και έκταση που απειλούν πλέον τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας. Όταν λέω συνοχή δεν αναφέρομαι στη συνήθη και επιφανειακή έννοια της κοινωνικής ειρήνης και σταθερότητας, αλλά σε μια υπαρξιακή διάσταση συνοχής, η διάρρηξη της οποίας είναι πολύ επικίνδυνη.

Η στέρηση της πολιτικής έκφρασης της μη συμμόρφωσης με τον κυνισμό και τη βαρβαρότητα της σύγχρονης απολυταρχίας – ρόλος που ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη – έδωσε ένα συντριπτικό πλήγμα στην πολιτική εν γένει. Την κατέστησε (μέχρι νεωτέρας) πλήρως αποστειρωμένη σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες ζωής του πληθυσμού και αδιαπέραστη από τις αγωνίες και τα αδιέξοδά του. Ως εκ τούτου, αυτές οι αγωνίες και τα αδιέξοδα δεν μπορούν πλέον να βρουν πολιτική διέξοδο και δημοκρατική έκφραση, δεν μπορούν δηλαδή να μετασχηματιστούν θετικά και δημιουργικά, και διοχετεύονται ως αρνητικές και (αυτο)καταστροφικές τάσεις στο κοινωνικό σώμα, σε όλο το πλέγμα των κοινωνικών δικτύων και των διαπροσωπικών σχέσεων. Η διάρρηξη της συνοχής σε αυτό το επίπεδο ισοδυναμεί με κονιορτοποίηση και σάπισμα.

Η εφαρμογή της λιτότητας από μόνη της δεν θα μπορούσε να φτάσει σε τέτοιο βάθος την καταστροφή, στο βαθμό που θα παρέμενε ζωντανή η μη συμμόρφωση με την απολυταρχία στο πολιτικό επίπεδο. Δεν ήταν όμως αυτή η εξέλιξη των γεγονότων το 2015. Φαινόμενα που εντάθηκαν ανησυχητικά τα πρώτα 5 μνημονιακά χρόνια, φαινόμενα όπως η ραγδαία πτωση εισοδημάτων και ο κοινωνικός αποκλεισμός, το πνίξιμο από χρέη που δεν μπορούν να αποπληρωθούν, η ενδοσχολική/ενδοοικογενειακή βία, η βία εν γένει στην καθημερινότητα, η σχολική διαρροή, η παραβατικότητα, οι ψυχικές διαταραχές και άλλα πολλά, σήμερα αποκτούν ένταση και έκταση άλλης, πολύ μεγαλύτερης τάξης.

Οι πολίτες διαισθάνονται ότι το μέλλον τους έχει υπονομευθεί σοβαρά. Αν προσθέσουμε στην οικονομική και κοινωνική απελπισία, την εντεινόμενη γεωπολιτική αστάθεια στην περιοχή και τα κύματα προσφύγων – και ιδιαίτερα τους σύνθετους και αντιφατικούς τρόπους με τους οποίους το δράμα τους καθρεφτίζεται στην κακοποιημένη ψυχική οικονομία του ελληνικού πληθυσμού – τότε το αίσθημα ασφυξίας που αναδύεται καθίσταται εκρηκτικό.

Είναι ακριβώς οι αποπνικτικές συνθήκες που κυριαρχούν σε μια κοινωνία πριν εκραγεί – από ένα ενδεχομενικό γεγονός – βαθαίνοντας ακόμη περισσότερο την παρακμή και την επικινδυνότητα των εξελίξεων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι εθνικιστικές και φασίζουσες εκφράσεις αποτελούν τους “φυσικούς υποδοχείς” του τυφλού θυμού και του φθόνου, τα οποία είναι τα αναμενόμενα αποτελέσματα του ενταφιασμού της ελπίδας το προηγούμενο καλοκαίρι.

Αν ευσταθούν τα παραπάνω τότε γίνεται σαφές πόσο άστοχη και άσχετη με τη νέα πραγματικότητα που έχουμε ήδη μπροστά μας είναι η ρητορική της κυβέρνησης περί “μάχης” για την “υπεράσπιση” των αδύναμων και την έξοδο από την κρίση με την κοινωνία “όρθια”. Υπό αυτό το πρίσμα, η πίστη στην εφαρμογή της συμφωνίας με τις συνέπειες που περιγράψαμε, η ελπίδα σε μια νεοφιλελεύθερη κατά βάση έξοδο από την κρίση και η επιχειρηματολογία ότι είναι ο μόνος δρόμος που υπάρχει για την κοινωνία μας, μπορούν να χαρακτηριστούν επιεικώς αφελείς. Γιατί πρόκειται για ρητορικά σχήματα που έχουμε ακούσει από όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις και συστηματικά διαψεύδονται από την πραγματικότητα και αναλυτικότατα έχουν αποδομηθεί από το πολιτικό προσωπικό που σημέρα τα οικειοποιείται. Γιατί από όλο τον κόσμο έρχονται σημάδια ότι αυτού του είδους η πολιτικη “ήρθε για να μείνει” και επιδιώκει τη βύθιση των κοινωνιών στη μιζέρια και την εξαθλίωση. Και γιατί αποκλείεται σε μια κυβέρνηση με αναφορά στην αριστερά που δεν έχει κανένα διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια της να της κάνουν οι ελίτ τη “χάρη” να “βγάλει” τη χώρα από την κρίση έστω και με το δικό τους τρόπο.

Είναι συνέχεια της αφέλειας που κυριαρχούσε πριν την ανάληψη της εξουσίας, του περίφημου “αποκλείεται να μας πουν όχι”, κατα τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης για τη φύση και τον χαρακτήρα της και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στη στάθμιση του κόστους (ποιότητα και μέγεθος) ανάμεσα στην εφαρμογή της συμφωνίας και την απεμπλοκή από αυτή. Όμως, όσο περνά ο καιρός, η αφέλεια αυτή θα στοιχίζει όλο και περισσότερο στην αριστερά και την ελληνική κοινωνία.

Στοιχιζει πλέον και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κοινωνίες καθώς το “παράδειγμα” του ΣΥΡΙΖΑ προσανατόλισε την ευρωπαϊκή αριστερά σε μια κατεύθυνση που αν είχε πιθανότητες πολιτικής βιωσιμότητας τότε η σοσιαλδημοκρατία δεν θα υποχωρούσε για να είναι σήμερα η αριστερά παρούσα με αξιώσεις στο πολιτικό προσκήνιο. Δεν πρόκειται για μια κεντροαριστερή ή σοσιαλδημοκρατική “μετάλλαξη” της ριζοσπαστικής αριστεράς. Αυτές οι έννοιες δεν περιγράφουν σε τι πραγματικά προσχωρεί η αριστερά με αυτές τις επιλογές επαναλαμβάνοντας τα πολιτικα αδιέξοδα της σοσιαλδημοκρατίας σε μια χρονική στιγμή μάλιστα που αυτά τα αδιέξοδα είναι απολύτως εμφανή.

Η προοδευτική, φιλολαϊκή διαχείριση μιας πολιτικής στρατηγικής που μετασχηματίζει βίαια τη συνδεσμολογία ισχύος μεταξύ ελίτ και πολιτών σε βάρος των δεύτερων – καταδικάζοντας εκτεταμένα τμήματα πληθυσμού σε συνθηκες κοινωνικού αποκλεισμού και άλλα σε διαρκή ανασφάλεια και μηδαμινές προσδοκίες – δεν μπορεί να συσπειρώσει προφανώς αυτούς που πλήττει και δεν είναι απαραίτητη στις ελίτ. Άρα δεν διαθέτει ούτε την ισχύ να επιβάλλει στις ελίτ κάποιου είδους κοινωνική “συναίνεση”, ούτε την πολιτική βιωσιμότητα που θα εξασφάλιζε κάποιο σχέδιο των ελίτ για κοινωνική “ανακωχή” που θα την καθιστούσε χρήσιμη σε αυτές. Δεν φαίνεται κάτι τέτοιο στον ορίζοντα.

Ο ασυνάρτητος και ανίσχυρος χαρακτήρας αυτής της στρατηγικής καθρεφτίζεται στην πολιτική παρουσία του “αρχιστράτηγου” της συμμαχίας των “προοδευτικών” δυνάμεων, του Προέδρου της Γαλλίας. Ο “αρχιστράτηγος” ηγείται της τρίτης πολιτικής δύναμης της χώρας του και πρόσφατα ο Πρωθυπουργός του άσκησε κριτική στη Γερμανίδα Καγκελάριο “από τα δεξιά” στο ζήτημα της διαχείρισης των προσφυγικών ροών…

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, απαιτείται να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας. Η εστίαση στις επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο υποτίμησης του γεγονότος ότι είχαμε μια ήττα των δυνάμεων που αντιμάχονται τη σύγχρονη απολυταρχία. Να μην κρύψουμε πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ το γεγονός ότι είμαστε επιχειρησιακά αδύναμοι για να αναχαιτίσουμε την απολυταρχία όταν περιοριζόμαστε στην παραδοσιακή (κινηματική, εκλογική κοκ) πολιτική πρακτική. Χρειάζεται τόλμη και σθένος ώστε να προχωρήσουμε σε μια διεξοδική εξέταση της συνάφειας των παραδοσιακών εργαλείων και μεθόδων με τη νέα περίοδο στην οποία έχουμε εισέλθει.

Από εδώ και εμπρός, πραγματικά χρήσιμες στην κοινωνία θα είναι οι πρωτοβουλίες εκείνες που θα επιχειρήσουν να υπερβούν δημιουργικά τη νοοτροπία και τις δεξιότητες που καλλιεργεί ο παραδοσιακός τρόπος πολιτικής δράσης. Πρωτοβουλίες που θα τροφοδοτήσουν με νέα εργαλεία και επιχειρησιακή νοοτροπία τις υπαρκτές και με μεγάλες δυνατότητες κοινωνικές δυνάμεις που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να σταθούν απέναντι στη διαδικασία εξόντωσής τους.

*Δημοσιεύθηκε στο Unfollow/Μάρτιος 2016

Πορτογαλία: Τελευταίος σταθμός του «εξπρές της απολυταρχίας»

Το… προληπτικό πραξικόπημα, η γενικευμένη κλιμάκωση της επίθεσης των ελίτ και η ανάγκη για μια αντίπαλη στρατηγική

Tο έτος 2015 αναδεικνύεται –ήδη πριν τελειώσει– σε ορόσημο για την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Είναι το έτος στη διάρκεια του οποίου κορυφώνεται με απροκάλυπτο και δημόσιο τρόπο η εχθρότητα των ελίτ απέναντι στη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία. Ήδη, λίγα χρόνια πριν, είδαμε δύο «απαλά» πραξικοπήματα σε Ιταλία και Ελλάδα, όπου συστημικές(!) κυβερνήσεις και εκλεγμένοι πρωθυπουργοί παραιτήθηκαν/ανατράπηκαν. Τη θέση τους έλαβαν επιφανή στελέχη του χρηματοπιστωτικού συμπλέγματος με σκοπό την απόλυτη ευθυγράμμιση με τις επιταγές των ελίτ, παρά τη διάσταση με τη βούληση και τις ανάγκες της πλειοψηφίας των πολιτών.

Μετά την Ουκρανία, χάθηκαν τα όρια…

Έπειτα, το 2014 είχαμε την ενεργή συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη μετεξέλιξη των εσωτερικών πολιτικών εντάσεων στην Ουκρανία σε εμφύλιο πόλεμο. Παρά τις υπαρκτές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις χώρες της Δύσης στο συγκεκριμένο ζήτημα, αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η διαπίστωση ότι, μετά την Ουκρανία, δεν υπάρχει πλέον κατώφλι στην κλιμάκωση της παρέμβασης στο ευρωπαϊκό έδαφος. Φαίνεται ότι η αποικιοκρατική λογική της Ευρώπης στις μέρες μας «γυρίζει» προς το εσωτερικό της ηπείρου, με σκοπό να τσακίσει δικαιώματα και κατακτήσεις των λαών της – και να «εναρμονίσει» τις ευρωπαϊκές κοινωνίες με τη βαρβαρότητα και την αναξιοπρέπεια των περιοχών που βίωσαν και βιώνουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει αποικιοκρατία της «πολιτισμένης» Ευρώπης.

Σαφές μήνυμα: οι ελίτ αποφασίζουν, όχι οι λαοί

Το 2015, η κλιμάκωση της επίθεσης των ελίτ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αποσαφηνίζει πλήρως προθέσεις και στοχεύσεις. Στην ελληνική περίπτωση, βιώσαμε μια πολύμηνη διαδικασία διαπραγμάτευσης, η οποία συνιστά μνημείο ευτελισμού της δημοκρατίας από τη χρηματιστικο-πολιτική γραφειοκρατία. Το δε αποτέλεσμά της συνιστά μια καθαρή, δημόσια ήττα της δημοκρατίας. Τις πρώτες ημέρες του Ιούνη η πολιτική ελίτ της Ε.Ε. και των πιστωτών αγνόησε με απαξιωτικό τρόπο τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης μέχρι εκείνη τη στιγμή, και απαίτησε από την ελληνική κυβέρνηση να παραβιάσει τη δημοκρατική ετυμηγορία του ελληνικού λαού. Στο τέλος του Ιούνη δήλωσαν ανοικτά ότι η Ελλάδα έχει 48 ώρες για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις τους. Μερικές ημέρες αργότερα, στα μέσα του Ιουλίου και μετά το δημοψήφισμα, απείλησαν ανοικτά ότι η ελληνική κοινωνία θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας άτακτης χρεοκοπίας αν οι απαιτήσεις τους δεν γίνουν αποδεκτές. Με τον πλέον επίσημο και ανοικτό τρόπο, μέσα σε ενάμιση μήνα η Ευρώπη απέρριψε στοιχειώδεις αρχές της δημοκρατίας.

Τονίζω το γεγονός ότι όλα αυτά έγιναν ανοικτά και δημόσια, χωρίς καμιά διάθεση «ωραιοποίησης», καθώς το θεωρώ στοιχείο υψίστης σημασίας. Η δημόσια επίθεση και καταρράκωση της δημοκρατίας αποτελεί μείζον ιστορικό γεγονός: η δημοκρατία –δηλαδή η δυνατότητα των ανθρώπων χωρίς οικονομική ισχύ να έχουν πρόσβαση στις κρίσιμες αποφάσεις– δεν είναι πια ανεκτή. Οι κρίσιμες αποφάσεις είναι αποκλειστικό προνόμιο των ελίτ. Οι αποδέκτες του σκληρού μηνύματος ήταν οι πολίτες όλων των ανεπτυγμένων δυτικών κοινωνιών. Το μήνυμα έπρεπε να είναι κρυστάλλινο και να φτάσει σε κάθε έναν και κάθε μία από εμάς, ανεξαρτήτως εθνικότητας, καταγωγής, θρησκείας ή πολιτικής τοποθέτησης. Γι’ αυτό η απόρριψη της δημοκρατίας είχε αυτό τον ανοικτό χαρακτήρα.

Παραβιάζεται και το τελευταίο «ταμπού» στην Πορτογαλία

Και φτάνουμε στον τελευταίο σταθμό αυτού του «εξπρές της απολυταρχίας» που αλωνίζει την Ευρώπη: την Πορτογαλία (ίσως να έχει και άλλον ένα σταθμό μέσα στο 2015, καθώς η Ισπανία έχει σύντομα εκλογές…). Στην Πορτογαλία, το εκλογικό αποτέλεσμα διαμόρφωσε μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την ανάσχεση της σκληρής λιτότητας και της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Πρόκειται για μια πλειοψηφία που η πλειοψηφία της ανήκει στο συστημικό Σοσιαλιστικό Κόμμα το οποίο, υπό την απειλή πλήρους κατάρρευσης σε περίπτωση συνεργασίας με τη Δεξιά για την εφαρμογή λιτότητας, επέλεξε να συμμαχήσει με την Αριστερά. Πρόκειται για μια συμμαχία που το Σοσιαλιστικό Κόμμα ευελπιστούσε να του εξασφαλίσει πολιτική ηγεμονία αλά ΣΥΡΙΖΑ: αντιστεκόμαστε στη λιτότητα, χάνουμε «ηρωικά», αποδεχόμαστε λιτότητα, ψηφίζουμε μνημόνιο, κάνουμε εκλογές πριν την εφαρμογή… και κάπως έτσι προσπαθούμε να τετραγωνίσουμε τον κύκλο – δηλαδή να διατηρήσουμε ερείσματα στις λαϊκές τάξεις την ίδια ώρα που τις τσακίζουμε.

Ωστόσο, αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι, ενώ πρόκειται για μια πλειοψηφία μη-επικίνδυνη (με όρους ριζικής αμφισβήτησης του συστήματος), ο Πρόεδρος της Πορτογαλικής «Δημοκρατίας» δεν έδωσε το δικαίωμα στην πλειοψηφία να σχηματίσει κυβέρνηση. Αντίθετα, ανέθεσε στον αρχηγό της Δεξιάς να σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας, με το αιτιολογικό ότι η Πορτογαλική «Δημοκρατία» δεν έχει την πολυτέλεια να δυσαρεστήσει/κλονίσει τις σχέσεις εμπιστοσύνης της με την Ευρωζώνη και τις αγορές. Πρόκειται για ωμή καταστρατήγηση των δημοκρατικών αρχών και έκφραση απόλυτης προτεραιότητας των επιταγών των ελίτ έναντι της κοινωνίας. Μετά την Ελλάδα, δεν υπάρχει πλέον όριο: η δημοκρατία δεν είναι «ταμπού». Δεν θα γίνεται ανεκτή ούτε αν στην κυβέρνηση βρεθούν δυνάμεις πρόθυμες μεν να κινηθούν στο υφιστάμενο πλαίσιο, αλλά που θέλουν να διατηρήσουν μια πολιτική αυτονομία και να σεβαστούν όρια που θέτουν οι αντοχές των λαϊκών τάξεων.

Κατάργηση της αστικής δημοκρατίας όποτε «ενοχλεί» τις αγορές

Αυτό άλλωστε είναι και το δυστύχημα του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη και αν είναι πρόθυμος να κινηθεί στο υφιστάμενο μνημονιακό πλαίσιο, η αξίωση αυτονομίας και οι κόκκινες γραμμές, οσοδήποτε ισχνές, αποτελούν casus belli για τη χρηματοπιστωτική απολυταρχία. Η εκλεγμένη κυβέρνηση σε μια χώρα δεν μπορεί παρά να είναι ο μικρός/συμπληρωματικός εταίρος σε μια συγκυβέρνηση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τους πιστωτές, οι οποίοι έχουν την πραγματική εξουσία.

Στην περίπτωση της Πορτογαλίας είδαμε ένα «προληπτικό» πραξικόπημα. Αντί να εκκινηθεί μια διαδικασία διαπραγμάτευσης ώστε μετά από μήνες και οικονομική «ζημιά» να επέλθει το μοιραίο, το έκανε ο Πρόεδρος προληπτικά και από νωρίς ώστε «να μην μπει η χώρα σε αυτή την ανώφελη περιπέτεια». Παλιότερα, υπό το πρόσχημα της απειλής από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο», δικαιολογούνταν πραξικοπήματα και άλλες βαρβαρότητες. Σήμερα, ο κίνδυνος δεν είναι ο «κομμουνισμός» αλλά η στοιχειώδης αστική, φιλελεύθερη δημοκρατία και η αμφισβήτηση της λιτότητας. Δεν υπάρχει δημοκρατία, εκτός και αν αυτή υποτάσσεται απολύτως στις επιταγές των αγορών και των τραπεζιτών. Άλλωστε, η κ. Μέρκελ ήταν πολύ σαφής από πολύ νωρίς, όταν υποστήριζε ότι σκοπός είναι να ενσωματώσουμε τη δημοκρατία στη λειτουργία της αγοράς, δηλαδή να την απαλλάξουμε από εκείνα τα στοιχεία που μπορεί να έρχονται σε αντίθεση με τις αγορές.

Πώς θα σταματήσουμε την έφοδο των ελίτ;

Η γενικευμένη κλιμάκωση της επίθεσης των ελίτ απαιτεί μια αντίπαλη στρατηγική ενδυνάμωσης των πολιτών, ώστε να είναι σε θέση να επιτελέσουν βασικές λειτουργίες της κοινωνίας με εναλλακτικό και αυτόνομο τρόπο. Όσο δύσκολο και να μας φαίνεται κάτι τέτοιο, είναι απολύτως απαραίτητο από τη στιγμή που οι πιστωτές ελέγχουν τη ροή του χρήματος και μέσω αυτού όλες τις ζωτικές λειτουργίες της χώρας. Γι’ αυτό πρέπει να κινηθούμε πέρα από την εκλογική και κινηματική παραδοσιακή πολιτική πρακτική: είναι αναγκαία η «εξόρυξη» και ανάπτυξη των δυνατοτήτων των ανθρώπων και διασύνδεση με εναπομείνασες κρατικές δομές με στόχο τη δημιουργία οικονομικών και κοινωνικών κυκλωμάτων που μπορούν να επιτελέσουν σε κάποιο βαθμό τις βασικές μας λειτουργίες.

Δεν πρόκειται να απελευθερωθούμε και να σταματήσουμε το «εξπρές της απολυταρχίας» αν δεν αποκτήσουμε την ισχύ που απαιτείται για κάτι τέτοιο. Και αν μας φαίνεται αδύνατο, δεν έχουμε παρά να αναλογιστούμε το πάθος και το νεύρο που συγκλόνισε τη χώρα την εβδομάδα του δημοψηφίσματος. Κι ακόμη, να αναλογιστούμε το πώς πριν το «χρυσό μεταπολεμικό αιώνα» η νεαρή τότε ευρωπαϊκή Αριστερά κατάφερνε, σε αντίξοες συνθήκες, να συσπειρώνει τεράστιες μάζες γύρω της και να κερδίζει.

*Δημοσιεύθηκε στο Δρόμο της Αριστεράς στις 31/10/2015

Νέο πολιτικό περιβάλλον, νέες απαιτήσεις

Μετά τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτικά κυρίαρχος. Χωρίς ουσιαστικούς εξωτερικούς πολιτικούς περιορισμούς (π.χ. ανάγκη συγκυβέρνησης με τα κόμματα του ΝΑΙ, ισχυρή αντιμνημονιακή αντιπολίτευση), καλείται να κυβερνήσει σε ένα δύσβατο περιβάλλον που εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες (πιστωτές, προσφυγικό κ.ο.κ.), και σε ένα πλαίσιο όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια θα εντείνεται λόγω των συνεπειών της συμφωνίας: ο διακηρυγμένος στόχος του παράλληλου προγράμματος είναι ο μετριασμός αυτής της τάσης. Αν εμφανιστούν προβλήματα, π.χ. κατά την εφαρμογή της συμφωνίας ή σχετικά με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις στο προσφυγικό ζήτημα, είναι πιθανό η κυβέρνηση να εισέλθει εκ νέου σε μια φάση αστάθειας. Ενδέχεται να δούμε διεύρυνση ή αλλαγή του κυβερνητικού συνασπισμού με συστημικά κόμματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει πλέον την προσφυγή σε εκλογές ως μέσο διατήρησης της αυτονομίας του από τα παραδοσιακά συστημικά κόμματα.

Η ΝΔ βρίσκεται σε σοβαρή κρίση στρατηγικής. Οι μνημονιακοί περιορισμοί καθιστούν μια φιλολαϊκή στροφή αδύνατη. Μόνη διέξοδος κατά την ακροδεξιά πτέρυγα της ΝΔ είναι η σκληρή αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ στον άξονα αριστερά/δεξιά, με επίκεντρο όχι εκεί που οι μνημονιακές δεσμεύσεις διαμορφώνουν μια σύμπλευση, αλλά σε άλλα θέματα (ασφάλεια, προσφυγικό, δικαιώματα κ.ο.κ.). Πρόκειται για μια στρατηγική που βαθμιαία θέτει τα κρίσιμα κοινωνικά και οικονομικά θέματα εκτός πολιτικής ατζέντας και δημιουργεί τους όρους για την ηγεμονία της δεξιάς στη βάση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Η μετριοπαθής πτέρυγα έχει μια πιο συστημική και λιγότερο κομματική οπτική: η ΝΔ πρέπει να διαφυλάξει τα συμφέροντα των ελίτ απέναντι στον λαβωμένο από τη διαπραγματευση ΣΥΡΙΖΑ και να τον οδηγήσει σε περαιτέρω συστημική προσαρμογή, απορροφώντας κραδασμους και βάζοντας όρια.

Οι συνθήκες μοιάζουν ιδανικές για την ανάδειξη ενός εθνικιστικού ακροδεξιού κόμματος σε πρωταγωνιστή στην πολιτική σκηνή: αριστερή κυβέρνηση που θα εφαρμόσει λιτότητα, προσφυγικά ρεύματα, αδυναμία των άλλων κομμάτων να επικοινωνήσουν με τα τμήματα του πληθυσμού που συμπιέζονται. Ερώτημα παραμένει αν και με ποιους όρους θα αναδυθεί μια πολιτική έκφραση της εθνικιστικής ακροδεξιάς ικανής να αναλάβει την ηγεμονική εκπροσώπηση των θυμάτων της “αριστερής” λιτότητας, ανοίγοντας τον δρόμο για μια αυταρχική, ακροδεξιά διακυβέρνηση, τύπου Ουγγαρίας.

Η ΛΑΕ, πέρα από αντικειμενικές δυσκολίες (έλλειψη χρόνου, επιθετικότητα από τη μεριά των ελίτ, μεγάλη απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ στα λαϊκά στρώματα κ.ο.κ.), δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με το προνομιακότερο ακροατήριο της: ένα μεγάλο τμήμα του κόσμου που πίστεψε στον ΣΥΡΙΖΑ, χειραφετήθηκε με το δημοψήφισμα και απογοητεύθηκε από τη συμφωνία, αλλά είναι διατεθειμένο να συνεχίσει να αγωνίζεται. Αυτό το τμήμα (ενστικτωδώς ή συνειδητά) προσέλαβε την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ ως στρατηγική ήττα, η οποία χρίζει σύνθετης εξήγησης και καινοτόμας απάντησης. Η αφήγηση της ΛΑΕ δεν έπιασε επαφή με αυτή τη διάσταση και, ως εκ τούτου, δεν κατάφερε να συσπειρώσει μαζικά αυτό το ενεργητικό τμήμα του κόσμου του ΟΧΙ.

Το παράξενο κλίμα των εκλογών, αλλά και ο διττός χαρακτήρας της αποχής [1], συνηγορούν στη διαπίστωση ότι εκτός από την παραίτηση υπάρχει μια κοινωνική διαθεσιμότητα που δεν μπόρεσε να συσπειρωθεί στο σύνολό της από τις εκφράσεις της Αριστεράς σε αυτές τις εκλογές. Από τη μια, υπάρχει η τάση κανονικοποιήσης της μνημονιακής πολιτικής, παραίτησης της ελληνικής κοινωνίας και αποδοχής της περιορισμένης εμβέλειας της δημοκρατίας. Το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ τον ψήφισαν παρά το ότι έχει δεσμευθεί να εφαρμόσει το τρίτο μνημόνιο, τοποθετεί de facto την μνημονιακή πολιτική προς το παρόν σε δεύτερο πλάνο. Από την άλλη, διαπιστώνεται η τάση αναζήτησης νέων τρόπων ενεργητικής εμπλοκής και κινητοποίησης.

Η Αριστερά στην Ελλάδα έχει διαιρεθεί ανάμεσα σε δύο ασθενικές στρατηγικές: εφαρμογή λιτότητας με αντισταθμιστικά μέτρα και επιστροφή στην καθιερωμένη αντιμνημονιακή ρητορική με μεγαλύτερη έμφαση στο ζήτημα της εξόδου από την ευρωζώνη. Οι εν λόγω στρατηγικές επιλογές δεν αναμετρώνται με βαθύτερα ζητήματα που θέτει εκ των πραγμάτων η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στη διαπραγμάτευση [2] Σε συνθήκες όπου οι ελίτ δεν δεσμεύονται από τη δημοκρατική έκφραση της λαϊκής βούλησης και οι βασικές λειτουργίες των κοινωνιών ελέγχονται από θεσμούς στους οποίους δεν έχουν πρόσβαση οι πολίτες, ο πολιτικός στόχος της απελευθέρωσης των κοινωνιών και της αποκατάστασης της δημοκρατίας δεν μπορεί πλέον να βασίζεται μόνο στην παραδοσιακή πολιτική πρακτική: διαμόρφωση κοινωνικών συμμαχιών, εκλογικός αγώνας, ανάληψη της διακυβέρνησης.

Για να διαμορφωθούν προϋποθέσεις απελευθέρωσης, η Αριστερά οφείλει να επανεξετάσει τη μεθοδολογία, τις προτεραιότητες και τα οργανωσιακά της σχήματα για την κινητοποίηση των πολιτών σε μια κατεύθυνση απελευθέρωσης των δυνατοτήτων τους, την αυτονόμηση μέρους των βασικών λειτουργιών της κοινωνίας από τον έλεγχο των ελίτ (παραγωγή, υποδομές, δίκτυα διανομής κοκ) και τη διασύνδεση αυτών των λειτουργιών με τις εναπομείνασες κρατικές δομές σε ένα όσο το δυνατόν ανθεκτικότερο δίκτυο. Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορούμε πραγματικά να υλοποιήσουμε τους όποιους πολιτικούς στόχους, καθώς θα είμαστε σε θέση να αναμετρηθούμε με αξιώσεις με την επιθετικότητα των ελίτ, οι οποίες είναι διατεθειμένες να πλήξουν καίρια μια κοινωνία που επιχειρεί να αυτονομηθεί από τον πλήρη έλεγχό τους (απειλή χρεοκοπίας, παύση βασικών λειτουργιών κ.ο.κ).

Μια τέτοια μεταστροφή στη μεθοδολογία και στην πολιτική στρατηγική απαιτεί σοβαρή και συστηματική επανεξέταση πολύ βαθιά ριζωμένων πολιτικών φαντασιακών και νοοτροπιών των αριστερών οργανώσεων και κομμάτων. Η προσαρμογή στις νέες συνθήκες, μαθαίνοντας από την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να αναδείξει μια πιο αποτελεσματική και ανθεκτική Αριστερά, ικανή να συμβάλει σε μια ηγεμονική, καινοτόμα και δημιουργική κοινωνική κινητικότητα. Η αδυναμία της παραδοσιακής πολιτικής πρακτικής να αλλάξει τις βασικές συντεταγμένες της μνημονιακής πολιτικής μπορεί να δημιουργεί απογοήτευση, όμως παράλληλα απελευθερώνει σε εκτεταμένα τμήματα του πληθυσμού μια διαθεσιμότητα για νέες, πιο αποτελεσματικές μορφές κοινωνικής και πολιτικής κινητοποίησης.

Αν η Ελλάδα είναι ένα εργαστήριο εφαρμογής ακραίων, πιλοτικών νεοφιλελεύθερων τεχνικών εξουσίας, που λειτουργεί ως υπόδειγμα για τη ριζική αναδόμηση της φυσιογνωμίας των δυτικών κοινωνιών εν γένει, τότε γίνεται σαφές ότι η εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ αφορά την Αριστερά σε όλες τις χώρες. Μια αριστερή κυβέρνηση, σε όποια χώρα, θα οδηγηθεί αργά ή γρήγορα σε ένα σημείο στο οποίο θα τεθεί επί τάπητος η απειλή κατάρρευσης των βασικών λειτουργιών της κοινωνίας σε περίπτωση μη υποταγής. Την επόμενη φορά, σε οποιαδήποτε χώρα, πρέπει να είμαστε σε θέση να σηκώσουμε το βάρος της κλιμάκωσης της εν λόγω επίθεσης από τη μεριά των ελίτ, η οποία σηματοδοτεί άλλωστε και το τέλος του μεταπολεμικού σεβασμού τους στη δημοκρατία, δηλαδή στους λαούς μας.

Το άρθρο είναι βασισμένο σε κείμενο για τις εκλογές του Σεπτεμβρίου που συνέταξε ο ίδιος για λογαριασμό του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ.

____________________

Σημειώσεις

[1] 1,5 εκατομμύρια λιγότεροι ψηφοφόροι από το 2009, 764.000 λιγότεροι από τον Ιανουάριο του 2015 (περισσότεροι από τους μισούς που απείχαν οδηγήθηκαν σε αυτή την επιλογή μέσα στο 2015). Στην ήδη γνωστή αποστροφή του κόσμου απέναντι στο παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό πρέπει να προστεθεί τώρα και η απογοήτευση από την αδυναμία επιρροής των κρίσιμων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων μέσα από την εκλογική διαδικασία, όπως φάνηκε από την έκβαση της πρόσφατης διαπραγμάτευσης. Το πλήγμα στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία αρχίζει να γίνεται πλέον ανησυχητικό.

[2] Αλλά και εξελίξεις όπως η προώθηση συμφωνιών τύπου ΤΤΙΡ και η όξυνση των πολεμικών συρράξεων παγκοσμίως, οι οποίες επίσης τροποποιούν το πεδίο της πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης.

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 12/10/2015 στο RedNotebook