Tag Archives: νέα μεθοδολογία

Είναι χρήσιμη η έννοια των κοινών;

Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι τα «κοινά» είναι μια από τις έννοιες με πολύ μεγάλη ταχύτητα διάχυσης ανάμεσα σε όσους και όσες –με διαφορετικές προσεγγίσεις– επιχειρούν να συγκροτήσουν αντιστάσεις, αλλά και να αντιπαρατεθούν δημιουργικά στη ριζική αναδόμηση των ανθρώπινων κοινωνιών σήμερα.

Το ερώτημα είναι αν η έννοια των κοινών είναι γόνιμη στη μεταβατική περίοδο που έχουμε εισέλθει. Δεν αναμένουμε από μια έννοια μια εύκολη και γρήγορη λύση των σημερινών αδιεξόδων, ούτε να αναγορευτεί η έννοια των κοινών σε κάποιου είδους «μαγικό κλειδί», που από μόνη της θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη ριζική αλλαγή πορείας που απαιτείται σήμερα.

Σε συνθήκες όπου οι ελίτ δεν δεσμεύονται από τη δημοκρατική έκφραση της λαϊκής βούλησης και οι βασικές λειτουργίες των κοινωνιών ελέγχονται από θεσμούς στους οποίους οι πολίτες δεν έχουν πρόσβαση, η απελευθέρωση των κοινωνιών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν μπορεί πλέον να βασίζεται μόνο στην παραδοσιακή αγωνιστική πολιτική πρακτική. Από την άλλη, αμέτρητες πρωτοβουλίες και εγχειρήματα στο κοινωνικό πεδίο εμφανίζονται αδύναμα, περιθωριακά, απομονωμένα και αποσπασματικά, αντιμετωπίζοντας τις ίδιες δυσκολίες ξανά και ξανά. Δεν φαίνεται να διαθέτουν την «κρίσιμη μάζα» για την απαραίτητη αλλαγή κλίμακας και τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων λειτουργικών κυκλωμάτων που θα μπορούσαν να αναβαθμίσουν την επιρροή τους στη γενική πορεία των σύγχρονων κοινωνιών.

Η έννοια των κοινών, λοιπόν, μπορεί να φανεί χρήσιμη με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα στην απαιτητική επανεπινόηση των οργανωσιακών μορφών, των νοοτροπιών, της πολιτικής φαντασίας και μεθοδολογίας που έχουμε ανάγκη. Για να καταστεί χρήσιμο και γόνιμο το πλέγμα ιδεών και εννοιών γύρω από τα κοινά, πρέπει να έχουμε κατά κατά νου ότι δεν πρόοκειται για ένα πλήρως ανεπτυγμένο σύστημα. Είναι μάλλον ένα πορώδες και ανοικτό πλέγμα αρχών, πρακτικών και εννοιών.

Ο «πλούτος» των κοινών

Τα τελευταία χρόνια έχουν αναδυθεί πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες προσέγγισης των κοινών. Το βιβλίο του Ντέιβιντ Μπόλιερ [David Bollier] παρέχει μια σύντομη και απλή εισαγωγή στην έννοια των κοινών όπως αυτή αναδύεται σε ποικίλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όπως είναι φυσικό, αναπτύσσεται μια έντονη συζήτηση διεθνώς για το ποια οπτική γωνία –ή έμφαση σε μια ορισμένη πτυχή των κοινών– είναι πιο δυναμική για την αναβάθμιση των κινημάτων αντίστασης, λιγότερο ή περισσότερο ενσωματώσιμη, κατάλληλη για την προώθηση ενός εναλλακτικού και ανταγωνιστικού παραδείγματος κ.ο.κ. Ωστόσο, αντι να επιδοθούμε σε μια διαδικασία σύγκρισης διαφορετικών οπτικών, θα πρότεινα να επιδιώξουμε τον εντοπισμό εκείνων των στοιχείων περί κοινών που αναδεικνύει η κάθε οπτική γωνία και πώς θα μπορούσαν αυτά να είναι χρήσιμα για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής επιβίωσης και χειραφέτησης.

Τα κοινά απέκτησαν μια δυναμική τα τελευταία χρόνια χάρη στην πολύχρονη και συστηματική εργασία της Έλινορ Όστρομ, η οποία μελέτησε συστήματα διαχείρισης πόρων κοινής δεξαμενής (commons pool resources) σε παραδοσιακά δομημένες κοινότητες. Η μελέτη της ανανέωσε το ενδιαφέρον για τα κοινά ως ένα τεχνικό σύστημα διαχείρισης πόρων που διαφοροποιείται από τις αρχές οργάνωσης και τη μεθοδολογία συστημάτων διαχείρισης που βασίζονται είτε στην αγορά είτε στο κράτος.

Επίσης, η έννοια των κοινών αναπτύχθηκε στο πεδίο της ψηφιακής τεχνολογίας, και συγκεκριμένα στις κοινότητες και τις πρακτικές γύρω από το ανοικτό/ελεύθερο λογισμικό. Σήμερα έχει επεκταθεί σε πεδία όπως η συλλογική.δημοκρατική διαχείριση μαζικών δεδομένων, τα συστήματα διαχείρισης ανοικτών δεδομένων και ανοικτού υλικού, κατανεμημένα ψηφιακά χρηματοοικονομικά συστήματα κ.ο.κ.

Όπως συχνά τονίζει ο Μπόλιερ στο βιβλίο του, με νηφαλιότητα και χωρίς μεγαλοστομίες, η έννοια των κοινών προσανατολίζει στη διερεύνηση και ανάπτυξη θεσμών, ρυθμίσεων και κανόνων για μια μετα-καπιταλιστική κοινωνική και θεσμική οργάνωση, θέτοντας στο επίκεντρο της προσοχής το προφανές: η κυριαρχία της λογικής του κέρδους και του ανταγωνισμού δεν μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα των νοητικών και οργανωσιακών μορφών που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων για τις κοινωνίες μας και την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Αυτή η επιλογή είναι κεφαλαιώδης, καθώς φέρνει στην επιφάνεια την πρόκληση ανάπτυξης θεσμίσεων, συστημάτων διαχείρισης και παραγωγής και τύπων διακυβέρνησης που είναι σχετικότερες με τις σημερινές συνθήκες.

Επίσης, η νομική διάσταση των κοινών επερωτά θεμελιακές κατηγορίες του νομικοφιλοσοφικού υποβάθρου της νεωτερικότητας. Η έννοια των κοινών δεν μπορεί να βρει τη θέση της σε μια νομική κοσμοθεώρηση, όπου το δικαίωμα αποτελεί κατηγόρημα που αποδίδεται σε άτομα και η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της αρχετυπικής σύλληψης της κοινωνίας.

Επιπρόσθετα, η συζήτηση περί κοινών, θέτοντας στο επίκεντρο του προβληματισμού ζητήματα που σχετίζονται με τα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής, προσανατολίζει την προσοχή στην υπαρξιακή ανάγκη των ανθρώπων για συλλογικό νόημα και ανθρώπινη επαφή, πτυχές που το κράτος και η αγορά, όπως έχουν εξελιχθεί σήμερα, δεν είναι σε θέση να προσφέρουν. Η διαχείριση των κοινών είναι µια άλλη µορφή διαχείρισης των κοινωνικών σχέσεων.

Η ενθυλάκωση της οικονομικής δραστηριότητας σε πιο εύρωστα συστήματα διαχείρισης των κοινών, που περιλαμβάνουν περισσότερες διαστάσεις των ανθρώπινων σχέσεων (πέραν αυτής της απρόσωπης συνδιαλλαγής), φαίνεται να είναι πιο σχετικά με τις ανάγκες της περιόδου: για παράδειγμα, οι περίφημες εξωτερικότητες της καθιερωμένης οικονομικής πρακτικής –οι οποίες έχουν οδηγήσει σε παραγωγικές τερατογενέσεις και καταστροφές χωρίς προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία– τοποθετούνται στο επίκεντρο των συστημάτων διαχείρισης των κοινών.

Υπό προϋποθέσεις, η επεξεργασία και περαιτέρω ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων διαχείρισης μπορούν να ενδυναμώσουν παραγωγικές νοοτροπίες και πρακτικές ευθέως αντιθετικές με τη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού. Οι εν λόγω νοοτροπίες και πρακτικές με τη σειρά τους είναι σε θέση να αναμετρηθούν με τις συνέπειες της καταστροφικής επίδρασης της λογικής του κέρδους και του ανταγωνισμού στις κοινωνίες μας και το περιβάλλον.

Η έννοια των κοινών άλλοτε σχετίζεται με συστήματα διαχείρισης, άλλοτε με τις κοινωνικές σχέσεις, άλλοτε με βαθύτερα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά (δίπολο ατομικό/συλλογικό, επιμέρους/καθολικό κ.ο.κ) και άλλοτε με κοινωνικές θεσμίσεις. Η έννοια των κοινών συναντά το συνεταιριστικό κίνημα και την αλληλέγγυα οικονομία, αναμετριέται με την έννοια της αξίας και το ρόλο του χρήματος, διαλέγεται με ιθαγενικά και άλλα μη νεωτερικά συστήματα αξιών και τύπους ορθολογικότητας, και φωτίζει υπαρκτές αλλά παραγνωρισμένες και υποτιμημένες νεωτερικές και προ-νεωτερικές λογικές, έξεις και νοοτροπίες που είναι ενεργές στις σύγχρονες κοινωνίες.

Η έννοια των κοινών –όσο παραμένει πορώδης και ανοικτή– δείχνει να αλληλεπιδρά με ζητήματα απολύτως καίρια σε μια πορεία εναγώνιας αναζήτησης μιας νέας αγωνιστικής μορφής ζωής σε έναν κόσμο που κλυδωνίζεται: η λειτουργικότητα στη μικροκλίμακα συλλογικών διαδικασιών, η διασύνδεση επιμέρους πρωτοβουλιών σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, το ερώτημα της θεσμικής οργάνωσης και της διακυβέρνησης με αποκεντρωμένο, δημοκρατικό, συμμετοχικό τρόπο, η αλληλεπίδραση με το κυρίαρχο οικονομικό κύκλωμα, η αναμέτρηση με νέες τεχνολογικές εξελίξεις κ.ο.κ. Αυτά τα ζητήματα δεν είναι προβλήματα και αδυναμίες της έννοιας των κοινών: είναι ζητήματα ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή μας – και η έννοια των κοινών μάς βοηθάει να τα αναγνωρίσουμε και να αναμετρηθούμε μαζί τους. Η έννοια των κοινών είναι μια πρόκληση να επανεκπαιδεύσουμε το βλέμμα μας στις εξελίξεις γύρω μας.

Χειραφέτηση και κοινά

Όσοι και όσες με διάφορους τρόπους, με διαφορετικές καταγωγές και αφετηρίες, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικές αφορμές αναλαμβάνουν την ευθύνη να αντισταθούν στην εξόντωσή τους και στην παρακμή των κοινωνιών τους, είναι εκείνοι και εκείνες που, για να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του αγώνα, ήδη διερευνούν νέες μορφές, κατευθύνσεις, μεθοδολογίες και πρακτικές. Ταυτόχρονα, ζούμε σε μια περίοδο όπου η ταχύτητα των εξελίξεων σε διάφορους τομείς «τσιτώνει» τις κοινωνίες, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η απόσταση μεταξύ εκτεταμένων τμημάτων που αποκλείονται πολλαπλώς και έχουν μικρή ως ελάχιστη πρόσβαση στη γνώση και την πληροφορία, και εκείνων των στρωμάτων που επίσης καταπιέζονται και ασφυκτιούν, αλλά διατηρούν κάποια πρόσβαση στην εργασία, τη γνώση και την πληροφορία. Μόνο μια σύνθετη πολιτική στρατηγική που θα ενοποιήσει αυτές τις «φυλές» των προς εξόντωση πληθυσμών θα μπορέσει

α) να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά με τις ελίτ για να αναχαιτίσει τη σημερινή πορεία των πραγμάτων,

β) να συμβάλει στην επιβίωση εκτεταμένων τμημάτων του πληθυσμού που αφήνονται στη μοίρα τους και

γ) να αναπτύξει μια στρατηγική χειραφέτησης ικανή να αντιμετωπίσει τα εκρηκτικά σημερινά αδιέξοδα των σύγχρονων κοινωνιών και της ανθρωπότητας στο σύνολό της.

Η έννοια των κοινών μπορεί να συμβάλει –υπό προϋποθέσεις και την κατάλληλη μεθοδολογία– στη διαμόρφωση ενοποιητικών διεργασιών. Η έννοια των κοινών εμφιλοχωρεί στον λόγο και την πρακτική –με διαφορές και αποκλίνουσες συνδηλώσεις– ιθαγενικών κινημάτων, κινημάτων διεκδίκησης γης, περιβαλλοντικών κινημάτων, κινημάτων για την ψηφιακή ελευθερία και την ανοικτότητα, κινημάτων πόλης, κινημάτων αντίστασης στην εμπορευματοποίηση/ιδιωτικοποίηση και κινημάτων ανάκτησης υπό δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο πόρων και υποδομών – από τη γη και το νερό μέχρι τη γνώση, την πληροφορία, τους δημοσίους χώρους. Κι αυτό, καθώς παρέχει έναν τρόπο να τεθούν ηθικά και πολιτικά ζητήματα που η συμβατική πολιτική τείνει να αγνοεί ή να απωθεί.

Επιπρόσθετα, η γλώσσα των κοινών παρέχει χρήσιμα εργαλεία για τη συγκρότηση ενός ευρύτερου οράματος που θα επιτρέψει σε όσους και όσες πλήττονται με διαφορετικούς τρόπους από την απολυταρχία της αγοράς να αναγνωρίσουν την κοινή τους μοίρα, να αναπτύξουν μια κοινή αφήγηση, να καλλιεργήσουν δεσμούς αλληλεγγύης, συντονισμού και συνεργασίας. Και, γιατί όχι, να οικοδομήσουν συστάδες λειτουργικών εναλλακτικών παραγωγικών διαδικασιών και κοινωνικών θεσμίσεων που διέπονται από μια διαφορετική λογική. Με άλλα λόγια, η γλώσσα των κοινών μπορεί να συμβάλει στη σύγκλιση αντιστάσεων, κριτικών φωνών και λειτουργικών παραδειγμάτων.

Η έννοια των κοινών μπορεί να συμβάλει στην αναζωογόνηση της πολιτικής φαντασίας. Εστιάζοντας στη συλλογική χρήση και διαχείριση κοινών πόρων, και επεκτείνοντας ακτινωτά μια τέτοια προσέγγιση σε άλλες δραστηριότητες, η έννοια των κοινών μας «σπρώχνει» να σκεφτούμε, να πειραματιστούμε και να διερευνήσουμε ολοκληρωμένα μοντέλα συντονισμού, μεθόδους και θεσμίσεις δημοκρατικού σχεδιασμού που άπτονται νέων τρόπων διακυβέρνησης στη μικρο- και μακρο- κλίμακα, και τη λειτουργική συνάρθρωση «κυττάρων» μιας άλλης λογικής στο τοπικό, περιφερειακό και διαπεριφερειακό επίπεδο. Δικτυώσεις και διασυνδέσεις μεταξύ εγχειρημάτων διαχείρισης των κοινών μπορούν να μας παράσχουν μια ζωτική υποδομή για την ανάδυση μιας νέας κοινωνικής αυτονομίας, η οποία θα αυξήσει την ανθεκτικότητα των ανθρώπων χωρίς οικονομική ισχύ και θα θέσει τις βάσεις για μια πολιτική στρατηγική με πολύ διευρυμένους ορίζοντες.

David Bollier, Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή (μετάφραση: Γιώργος Θεοχάρης, επίμετρο: Ανδρέας Καρίτζης, επιστημονική επιμέλεια: Γιώργος Παπανικολάου), Angelus Novus, σσ: 304 

*Δημοσιεύθηκε στο RedNotebook στις 02/01/2017

Advertisements

Ενεργές δυνάμεις, ισχύς και κοινωνικοπολιτικές διεργασίες

Ο προσανατολισμός πολιτικής και κοινωνικής δράσης μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης

Η ελληνική κοινωνία, παρά την καταστροφή που έχει υποστεί, διαθέτει ακόμη έναν πληθυσμό με τεράστιες ενσωματωμένες δυνατότητες. Ο ελληνικός λαός χρησιμοποίησε τα πολιτικά και κοινωνικά μέσα που διέθετε στο πλαίσιο της αστικοδημοκρατικής θεσμικής οργάνωσης, αλλά δεν κατάφερε να σταματήσει την περαιτέρω αποδυνάμωση και υποβάθμιση. Όμως, εδώ και καιρό και παράλληλα με τα παραδοσιακά μέσα αντίστασης και αγώνα (κινήματα και εκλογικές αναμετρήσεις) αναπτύσσονται ποικίλες πρωτοβουλίες και εγχειρήματα αυτο-οργάνωσης μέσα στον κοινωνικό ιστό.

Η σφοδρότητα της επίθεσης και η ανάγκη προστασίας και επιβίωσης δημιούργησαν νέες δομές και συλλογικές προσπάθειες, τόσο στην παραγωγή (συνεταιριστικά εγχειρήματα) όσο και στο πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής (κοινωνικά ιατρεία, φαρμακεία, δίκτυα διανομής, δίκτυα αλληλεγγύης με ποικίλες δραστηριότητες κ.ο.κ.). Τα πεδία όπου αναπτύσσεται σήμερα η πρωτοβουλία των πολιτών έχει διευρυνθεί σε πολλούς τομείς.

Την ίδια στιγμή καταφέρνει ακόμη σήμερα, σε αντίξοες συνθήκες, να συνθέτει πραγματικά κοινωνικά μέτωπα μπροστά σε μεγα-φαινόμενα όπως οι προσφυγικές ροές. Η κινητοποίηση και η δημιουργικότητα των ανθρώπων σε πάρα πολλές περιοχές της χώρας αποτέλεσε την κοινωνική δύναμη που έδωσε με επιτυχία μια πολύ δύσκολη μάχη στο εσωτερικό των τοπικών κοινωνιών.

Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για σπασμωδικές και απολίτικες ενέργειες και πρωτοβουλίες διαχείρισης της μιζέριας λόγω της ζοφερής πραγματικότητας. Το πλέγμα των κοινωνικών δυνάμεων που παραμένουν ενεργές αποτελεί τη ζωτικότερη πηγή ισχύος για κάθε απόπειρα ανασυγκρότησης και οικοδόμησης μιας στιβαρής κοινωνικο-πολιτικής διεργασίας για την υπεράσπιση της κοινωνίας.

Οι δυνάμεις που μπορούν να τεθούν σε κίνηση για να αντιμετωπίσουμε εκρηκτικά κοινωνικά προβλήματα είναι πραγματικά πολύ μεγάλες. Όμως, απαιτείται μια σύνθετη πολιτική στρατηγική που θα υπερβαίνει τόσο την αποσπασματικότητα της απομονωμένης δουλειάς στο «μικρό-τοπικό» όσο και τον εγκλωβισμό στη σαγήνη της γενικής πολιτικής εκφώνησης στο «κεντρικό-πολιτικό». Μπορούμε να φανταστούμε αταξινόμητες με παραδοσιακούς όρους, υβριδικές πολιτικό-κοινωνικές διεργασίες και οργανωσιακές διατάξεις οι οποίες κατά κύριο λόγο συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας «ραχοκοκαλιάς» που ενισχύει, διασυνδέει και διευκολύνει την ανάδυση ενός ολοκληρωμένου δικτύου παραγωγής οικονομικής και κοινωνικής ισχύος υπό τον έλεγχο των πολιτών. Μια ραχοκοκαλιά που μεταφέρει τεχνογνωσία στα διάφορα σημεία του δικτύου, ενοποιεί για να αυξήσει τη βιωσιμότητα επιμέρους λειτουργιών, συμβάλει στη δημιουργία καινοτόμων θεσμίσεων που ενισχύουν συνολικά τις επιμέρους λειτουργίες και καλλιεργούν σχετικές νοοτροπίες κ.ο.κ.

Ένας τέτοιος προσανατολισμός πολιτικής και κοινωνικής δράσης μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη διαμόρφωση ενός δικτύου παραγωγής λαϊκής ισχύος, το οποία είναι απαραίτητο για να ανταποκριθούμε στην πίεση που δέχεται η κοινωνία από τη σύγχρονη απολυταρχία και τους κινδύνους που ανοίγονται μπροστά μας.

*Δημοσιεύθηκε στο Δρόμο της Αριστεράς στις 04/10/2016

Επιστολή παραίτησης από την ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ

*Ακολουθεί η επιστολή που έστειλα κατά την παραίτησή μου από την Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλιο του 2014, η οποία  παρέμενε αδημοσίευτη για λόγους που αναφέρονται στην επιστολή. Δύομιση χρόνια μετά την δημοσιοποιώ για αρχειακούς λόγους.  

«Προς  τον Πρόεδρο του κόμματος, Αλέξη Τσίπρα 
             τον Γραμματέα του κόμματος, Δημήτρη Βίτσα 
             τα μέλη της Πολιτικής Γραμματείας


Με την παρούσα επιστολή σας καταθέτω την παραίτηση μου απο την πολιτικη γραμματεία.

Έχοντας εκλεγεί με την πλειοψηφούσα λίστα, είμαι υποχρεωμένος να παραιτηθώ από τη στιγμή που κατ´εξακολούθηση έχω διαπιστώσει διάσταση στη μεθοδολογία και φιλοσοφία για τη διεύθυνση και λειτουργία του κόμματος.

Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια πολυ κρίσιμη ιστορική φάση – και καθώς δεν υπάρχουν οι τρόποι και οι διαδικασίες συζήτησης τέτοιων ζητημάτων – δεν επιθυμώ πλέον να συμμετέχω σε μια διεύθυνση με την οποία δεν συμφωνώ.

Θα συνεχίσω να υπηρετώ τον κοινό μας σκοπό απο τη θέση του μέλους της κεντρικής επιτροπής συμφωνώντας με τη γενική πολιτικη κατεύθυνση όπως αυτη εχει αποτυπωθεί στα συνεδριακά κείμενα.

Δεν επιθυμώ τη δημοσιοποίηση του περιεχομένου της επιστολής για προφανείς λογους αυτοπροστασιας του κομματος, ενώ θα ήθελα η αντικατάσταση μου να γίνει μετά τις εκλογές (ευρωεκλογές 2014).

Ανδρέας Καρίτζης
Αθήνα, 26-4-2014″

Πρόλογος στο βιβλίο: «Άσχημη περίοδο διαλέξατε να διαφωνήσετε..»

Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών. Το κυρίαρχο σύστημα οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών απειλεί σήμερα το μέλλον της ανθρωπότητας με έναν τρόπο που υπερβαίνει την καθιερωμένη κατανόηση. Σε πλανητικό επίπεδο παροξύνεται ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός, ενώ οι ελίτ όπου Γης έχουν επιδοθεί σε μια απροσχημάτιστη συγκέντρωση ισχύος περιφράσσοντας πόρους, περιοχές, γνώση και πληροφορία και αποκλείοντας με βάρβαρο τρόπο τεράστια τμήματα πληθυσμών από την πρόσβαση σε στοιχειώδη μέσα επιβίωσης.

Σε περιοχές του πλανήτη όπου οι λαοί είχαν κατακτήσει κάποια στοιχειώδη πρόσβαση σε κρίσιμες αποφάσεις – επιβάλλοντας μερικώς τις ανάγκες τους ως παράμετρο για τη λήψη αυτών των αποφάσεων – η μονομερής άρση από τη μεριά των περιφερειακών ελίτ των όποιων κοινωνικών συμβολαίων συνιστά μονόδρομο στο φόντο του παροξυσμού των πλανητικών ανταγωνισμών και των πολλαπλών αδιεξόδων που γεννά η κυρίαρχη λογική του κέρδους. Η επιθετικότητα του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού αποδομεί ανοικτά τη δημοκρατία οικοδομώντας καθημερινά μια κοινωνική και θεσμική πραγματικότητα που συνδυάζει τη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού με αυταρχικούς, δεσποτικούς τύπους διακυβέρνησης (αρχιτεκτονική της ΕΕ και της ευρωζώνης, μνημόνια, συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου κοκ).

Έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο όπου οι ελίτ έχουν εξαπολύσει μια επίθεση για την οριστική εξάλειψη της χειραφετητικής διάστασης της νεωτερικότητας. Επιχειρείται ο ιστορικός ακρωτηριασμός της πεποίθησης ότι μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα ξεκίνησε με την ορμητική είσοδο των λαών στο ιστορικό προσκήνιο μετά τη Γαλλική επανάσταση και η επανεγγραφή αυτής της περιόδου ως μιας “στιγμής” εντός ενός μεσαίωνα που ποτέ δεν τελείωσε. Το χειραφετητικό άλμα στη νεωτερικότητα επιχειρείται να συρρικνωθεί σε μια ακόμη “εξέγερση των χωρικών” που κράτησε απαράδεκτα πολύ.

Ταυτόχρονα, μακροχρόνιες τάσεις φτάνουν στα όριά τους: περιβαλλοντική αποσταθεροποίηση, εξάντληση φυσικών πόρων, διατροφική κρίση, κατάρρευση εθνικών και περιφερειακών συστημάτων διοίκησης και επιτέλεσης βασικών λειτουργιών κοκ. Επιπρόσθετα, ένα νέο κύμα τεχνολογικών εξελίξεων (αυτοματοποίηση, ψηφιακές τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας, μαζικά δεδομένα κοκ) αναμένεται να σαρώσει τις ήδη αποδιαρθρωμένες υφιστάμενες θεσμίσεις και κοινωνικές νόρμες φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με νέες προκλήσεις και την απειλή ενός πολύ πιο εξελιγμένου ολοκληρωτισμού.

Οι ελίτ ως οι βασικοί παράγοντες που καθορίζουν τις εξελίξεις εκδιπλώνουν, επιταχύνουν και επιδεινώνουν τα σημερινά αδιέξοδα και κινδύνους ενώ την ίδια στιγμή η κυρίαρχη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού δεν μπορεί να παράσχει το κατάλληλο εννοιολογικό πλαίσιο για την αναζήτηση πραγματικών απαντήσεων στις υπαρξιακού χαρακτήρα απειλές που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα σήμερα. Αυτές οι λύσεις πρέπει να διέπονται τουλάχιστον από (α) διατηρησιμότητα, (β) αλληλεγγύη και (γ) ανοικτότητα ώστε να αναχαιτιστούν (α) οι μακροχρόνιες τάσεις που προσεγγίζουν το όριο ενός πεπερασμένου φυσικού περιβάλλοντος, (β) η εκτόξευση της ανισότητας που βαθμιαία παίρνει τη μορφή μιας βάρβαρης και ωμής διαδικασίας εξόντωσης των φτωχών και των αδύναμων και (γ) την απειλή ενός ψηφιακού ολοκληρωτισμού. Και για τα τρία αυτά χαρακτηριστικά – που φαίνονται αναγκαία για την αποφυγή μιας βάρβαρης οπισθοδρόμησης – το κυρίαρχο πλαίσιο σκέψης και δράσης είναι εξόχως τοξικό.

Την ίδια στιγμή, ποτέ πριν στην εξελικτική μας ιστορία δεν έχουμε βρεθεί τόσο κοντά στη δυνατότητα ενός χειραφετητικού άλματος. Καθημερινά η ανθρώπινη δραστηριότητα – διανοητική και πρακτική – παράγει εμπειρίες, τεχνογνωσία, μεθόδους, κριτήρια, καινοτομίες κοκ που εγγενώς έρχονται σε αντίθεση με την παρασιτική λογική του κέρδους και του ανταγωνσμού. Μια ανθρώπινη δραστηριότητα που εκτείνεται από τους πιο προηγμένους τομείς μέχρι τη λαϊκή σοφία, ευρηματικότητα και πηγαία αλληλεγγύη των παραδοσιακότερων τμημάτων της κοινωνίας. Επίσης για πρώτη φορά στην εξελικτική μας ιστορία έχουμε ένα τεράστιο απόθεμα ενσωματωμένων στους ανθρώπους ικανοτήτων, δυνατότητες συνδεσιμότητας αλλά και πρόσβαση σε αξίες και φιλοσοφίες ζωής από διαφορετικές κουλτούρες και παραδόσεις. Ζούμε σε μια περίοδο δραματικών αλλαγών και απειλών αλλά και αδιανόητων δυνατοτήτων.

Ωστόσο, φαίνεται ότι οι “δυνάμεις της χειραφέτησης” δεν είναι σε θέση ακόμη να παρέμβουν καταλυτικά στις εξελίξεις και να αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων. Η πολιτική αριστερά και τα κινήματα εμφανίζουν μια “χρονοκαθυστέρηση” προσαρμογής στις νέες συνθήκες και τις αναβαθμισμένες απαιτήσεις της περιόδου. Διασχίζοντας τη μεταβατική περίοδο στην οποία έχουμε εισέλθει αντιστάσεις αναδύονται σχεδόν παντού: πλατείες, μαζικά κινήματα, αναδύσεις της πολιτικής αριστεράς, το μοναδικό παράδειγμα των Κούρδων της Συρίας, wikileaks και άλλες διαδικτυακές μορφές αγώνα και συλλογικής οργάνωσης, μεγάλες και μικρές μάχες για τα “κοινά” – τη συλλογική διαχείριση και έλεγχο πόρων, περιοχών, γνώσης και πληροφορίας απέναντι στις περιφράξεις των ελίτ – αλλά και άλλα πολλά σημεία αντίστασης και δημιουργίας που δεν αναγνωρίζονται πολλές φορές ως τέτοια.

Όλες αυτές οι εστίες του τμήματος της ανθρωπότητας που εργάζεται για να υπερβούμε τα σημερινά αδιέξοδα εμφανίζουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: τη συνύπαρξη παρωχημένων σχημάτων πολιτικής φαντασίας, οργανωσιακών αρχών, μεθοδολογιών και νοοτροπιών με πιο εξελιγμένες και σχετικές με την περίοδο – αλλά ανώριμες ακόμη – νοοτροπίες και μεθοδολογίες. Πρόκειται για ένα “κουβάρι” – γέννημα της μεταβατικής περιόδου στην οποία βρισκόμαστε – που πρέπει να οδηγήσει σε νέα επιχειρησιακά και οργανωσιακά παραδείγματα και σχήματα (μπολιάζοντας “νέα” και “παλιά” υλικά) ικανά να σηκώσουν το “βάρος” των σημερινών απαιτήσεων.

Όμως, είμαστε υποχρεωμένοι/ες να εξελιχθούμε ενώ την ίδια ώρα θα υποχωρούμε κάτω από την πίεση και έχοντας βαρειές απώλειες. Μέχρι να μάθουμε από την πείρα της νέας περιόδου και να βρούμε τους τρόπους να συσσωρεύσουμε ισχύ ικανή να διαμορφώσει ένα στέρεο και αξιόμαχο επίπεδο για τις δυνάμεις της χειραφέτησης και τους λαούς που βρίσκονται μπροστά σε υπαρξιακούς κινδύνους πρέπει να έχουμε τη δύναμη ψυχής και το κουράγιο να εξελισσόμαστε αιμορραγώντας.

Η Ελλάδα βρέθηκε στη δίνη αυτών των αλλαγών πολύ γρήγορα. Ο λαός μας παρά τα συμπτώματα παρακμής που εμφάνισε τα προηγούμενα χρόνια – όπως όλες οι κοινωνίες που αφέθηκαν στην “αγκαλιά” του περίφημου “τέλους της ιστορίας” – αντιστάθηκε και αγωνίστηκε αξιοποιώντας ό,τι μέσα είχε στον γνωσιακό και αξιακό ορίζοντά του. Και έγραψε ιστορία. Παγκόσμια. Αυτό συνήθως στο εσωτερικό της αριστεράς – έχοντας να αντιμετωπίσουμε τους δικούς μας “δαίμονες” – τείνουμε να το υποτιμούμε.

Αλλά επίσης ο λαός μας ηττήθηκε. Τουλάχιστον προς το παρόν. Και μάλιστα με τον ΣΥΡΙΖΑ να πρωταγωνιστεί στη δύση αυτού του κύκλου αγώνων. Δεν θέλω εδώ να επεκταθώ στην έκταση και το βάθος του συντριπτικού πλήγματος που, κατά τη γνώμη μου, δέχθηκε η ελληνική κοινωνία από τον ΣΥΡΙΖΑ, τις καταλυτικές συνέπειες για την αριστερά αλλά και τους νέους κινδυνους που ανοίγονται πλέον μπροστά μας. Θέλω όμως να υπογραμμίσω ότι η ήττα της αριστεράς και του λαϊκού κινήματος σε αυτή τη φάση και η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ δεν ταυτίζονται απολύτως. Συνδέονται αλλά δεν ταυτίζονται. Υπάρχει ο κίνδυνος να κρύψουμε τις επιχειρησιακές και μεθοδολογικές αδυναμίες να αντιπαρατεθούμε με αξιώσεις στη σύγχρονη απολυταρχία που αναδύεται σήμερα, πίσω από την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ. Με αλλά λόγια, αν θέλουμε να είμαστε χρήσιμοι/ες και να συμβάλουμε στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων ώστε να μπορέσει ο λαός μας – και κατ επέκταση οι άλλοι λαοί – να αναχαιτίσουν την πορεία των πραγμάτων πρέπει να έχουμε το θάρρος να αναζητήσουμε την τροποποίηση παγιωμένων νοοτροπιών, μεθοδολογιών και πρακτικών.

Ωστόσο, είναι χρέος όλων όσοι/ες βρεθήκαμε στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων να καταθέσουμε την εμπειρία και τη γνώμη μας. Αυτό που μας ενώνει είναι η κριτική ματιά των επόμενων γενιών. Όμως, μπροστά στην εμβέλεια της απειλής που βρίσκεται μπροστά μας το τελευταίο που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι η υστεροφημία μας. Η συλλογή διαφορετικών οπτικών και εκτιμήσεων είναι απαραίτητη για άλλο λόγο. Είναι απαραίτητη για τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης αποτίμησης αυτής της περιόδου ώστε να μεταλαμπαδευθεί στον επόμενο κύκλο αγώνων μια πείρα πολύτιμη και απαραίτητη για να εξελιχθούμε. Είναι προφανές ότι όσοι και όσες ζήσαμε αυτά τα γεγονότα από κοντά δεν μπορούμε να έχουμε απόλυτη ταύτιση ως προς τις εκτιμήσεις και τις αξιολογήσεις μας. Άλλωστε πρόκειται για μια περίοδο πυκνή και μοναδική η οποία θα αποκτά ολοένα νέα χαρακτηριστικά όσο απομακρυνόμαστε από αυτή.

Η κατάθεση εμπειριών και απόψεων για αυτή την περίοδο στον παρόντα τόμο έχει προσωπικό χαρακτήρα αλλά από τη σκοπιά ενός ιστορικού ρεύματος της αριστεράς. Στις πρωτόγνωρες συνθήκες που καθόρισαν την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 ο συγγραφέας έμεινε σταθερά προσηλωμένος στην υπηρεσία των λαϊκών τάξεων. Είχε το σθένος να αντισταθεί στον “πειρασμό” να υποκαταστήσει τη σκληρή πραγματικότητα με αφελείς προσδοκίες και να αντιμετωπίσει με παρρησία και συναίσθηση της ιστορικότητας των στιγμών τα γεγονότα του προηγούμενου καλοκαιριού. Η κατάθεση της δικής του οπτικής μας δίνει τη δυνατότητα να εντοπίσουμε συγκλίσεις και αποκλίσεις και εν τέλει να δοκιμάσουμε και να σταθμίσουμε τις προσωπικές και συλλογικές μας αποτιμήσεις και εκτιμήσεις. Ο διάλογος άλλωστε για την περίοδο που μόλις έκλεισε τώρα αρχίζει και θα διαρκέσει πολύ. Το ερώτημα είναι αν θα τον διεξάγουμε στο περιθώριο των εξελίξεων ή αν μέσα και από την εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρουμε να εξελιχθούμε ώστε να ξεπηδήσουν πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες που θα αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των καιρών.

*Εισαγωγή στο βιβλίο του Ρούντι Ρινάλντι: «Άσχημη περίοδο διαλέξατε να διαφωνήσετε..»