Να επανεπινοήσει η Αριστερά την υπόστασή της

Το ερώτημα «τι λείπει;» αναδεικνύει το βάθος της στρατηγικής αναζήτησης για το «τι να κάνουμε» ως αριστερά και ως κοινωνία που απειλείται σήμερα πολλαπλώς. Στον αντίποδα εύκολων και πρόχειρων απαντήσεων, η επισήμανση ότι κάτι φαίνεται να λείπει από την «εργαλειοθήκη» των λαϊκών τάξεων, των ανθρώπων με ικανότητες που απορρίπτονται, αλλά και των δημοκρατών όλων των αποχρώσεων, κινητοποιεί τη φαντασία για την αναζήτηση τρόπων υπέρβασης της σημερινής ασφυκτικής κατάστασης.

Απέναντι σε μια ολοκληρωτική απειλή και μπροστά σε εξελιγμένα εργαλεία τεχνο-βιοπολιτικής, η παραδοσιακή πολιτική μεθοδολογία -εκλογικός και κινηματικός αγώνας- απαιτεί ριζικές τροποποιήσεις και οπωσδήποτε ένταξη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο οργανωσιακής και επιχειρησιακής αναβάθμισης των τμημάτων της κοινωνίας που καταδικάζονται σήμερα. Μια αναβάθμιση που περιλαμβάνει την ανάπτυξη κοινωνικών και παραγωγικών κυκλωμάτων με σκοπό την αυτονόμηση βασικών λειτουργιών της κοινωνίας από τον ασφυκτικό έλεγχο αντιδημοκρατικών θεσμών. Η απελευθέρωση της χώρας μπορεί να στηριχθεί μόνο στην κοινωνική και οικονομική αυτονομία ώστε να είναι σε θέση να αποκρούσει την υπέρτερη δύναμη πυρός του χρηματοπιστωτικού δεσποτισμού που ελέγχει τις βασικές λειτουργίες της κοινωνίας μέσω της χρηματοδότησης, της ρευστότητας κ.ο.κ.

Όμως, αυτό που λείπει σήμερα δεν είναι μια επιμέρους έλλειψη την οποία θα μπορούσαμε να θεραπεύσουμε με μια προσθήκη στην παραδοσιακή μας δομή σκέψης και δράσης. Δεν μας λείπει ένα κομμάτι του πάζλ. Αντιθέτως, πιστεύω ότι έχουμε μπροστά μας όλα τα κομμάτια, αλλά μας λείπει ο κατάλληλος τρόπος άρθρωσης και διασύνδεσης μεταξύ τους. Αλλά είμαστε ακόμη ένα βήμα πιο πίσω. Κοιτάμε με λάθος τρόπο και δεν μπορούμε να εστιάσουμε καν στο παζλ.

Και εδώ χρειάζεται υψηλό φρόνημα και δύναμη ψυχής. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην φτιάξουμε το παζλ. Η απειλή είναι ολοκληρωτική. Πρέπει να αναλάβουμε το ιστορικό βάρος και την ευθύνη να υπερβούμε τους εαυτούς μας ώστε να τροποποιήσουμε ριζικά μεθόδους, οργανωσιακές συνήθειες και νοοτροπίες που δεν μας επιτρέπουν να δούμε τα κομμάτια του παζλ. Ζούμε σε μια κοινωνία με τεράστιες ενσωματωμένες δυνατότητες και απίστευτη αντοχή στην επίθεση που έχει δεχθεί. Δεν το έχει βάλει κάτω παρά τις δραματικές απώλειες που έχει υποστεί. Όμως, τα κομμάτια του παζλ έχουν αρχίσει και τρίβονται μεταξύ τους κάτω από την αφόρητη πίεση. Ή θα καταφέρουμε να τα ενώσουμε ώστε να αποκτήσουν την ισχύ να αναχαιτίσουν την πίεση ή θα αποσυντεθούν. Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε οριακό σημείο με την κοινωνική ακροδεξιά να εποφθαλμιά την τσακισμένη ψυχική οικονομία των εξουθενωμένων πολιτών.

Αυτό που λείπει είναι εκείνο το οργανωσιακό/επιχειρησιακό DNA -με την αντίστοιχη μεθοδολογία και πολιτική φαντασία- που θα είναι σε θέση να πολλαπλασιάζεται και να διαχέεται στην κοινωνία δημιουργώντας σε πολλά επίπεδα και εμπλέκοντας εκτεταμένα τμήματα του πληθυσμού ποικίλα κύτταρα/κομμάτια του παζλ που μπορούν να αρθρωθούν κατάλληλα σε ένα δίκτυο παραγωγής λαϊκής ισχύος. Ουσιαστικά, αναφέρομαι στην ανάδυση μιας νέας Αριστεράς που δεν είναι αδιάφορη έως εχθρική στη λαϊκή δημιουργικότητα και βρίσκεται σε επαφή με τις καινοτόμες μεθόδους και εργαλεία που παράγονται καθημερινά σε πολλούς τομείς.

Μόνο μια τέτοια Αριστερά θα είναι σε θέση να κερδίσει τη συμμετοχή της ανάμεσα σε εκείνες τις δυνάμεις που θα καθορίσουν τις εξελίξεις από εδώ και εμπρός. Η Ιστορία δεν μας οφείλει μια θέση στο επίκεντρο των εξελίξεων, πρέπει να την κατακτήσουμε. Και μόνο μια τέτοια Αριστερά θα είναι χρήσιμη για την κοινωνική πλειοψηφία που έχει πλέον καταδικαστεί σε εξόντωση. Με άλλα λόγια, είτε η Αριστερά θα κάνει ένα άλμα από το «μηδέν στο ένα» επανεπινοώντας την υπόστασή της, είτε θα καταστεί ξεπερασμένη και ουσιαστικά απούσα τη στιγμή που η κοινωνία μας καλείται πλέον να βαδίσει εξουθενωμένη σε λεπτό πάγο.

Συνέντευξη στην ‘FM Voice’: Ο Τσίπρας έπρεπε να παραιτηθεί και όχι να εφαρμόσει μνημόνιο

Συνέντευξη στον Πέτρο Παπαβασιλείου (εδώ και εδώ σε pdf η δημοσίευση στην εφημερίδα)

Μόλις λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του από τη Θεσσαλονίκη, όπου μίλησε στην παρουσίαση του βιβλίου «Το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ» (του Χρήστου Λάσκου και του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, εκδόσεις ΚΨΜ), ο πρώτος εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, επί προεδρίας Αλέξη Τσίπρα, δεν διστάζει να ταράξει τα νερά. Τον πετύχαμε κοντά στον χώρο εργασίας του, σε μία πάροδο της Πατριάρχου Ιωακείμ, στο κέντρο της Αθήνας. Ο Ανδρέας Καρίτζης δηλώνει ότι ο πρωθυπουργός θα έπρεπε να παραιτηθεί, μετά την πραξικοπηματική παραγνώριση του δημοψηφίσματος από τους δανειστές και να μην αποδεχθεί το μνημόνιο. Παράλληλα, τονίζει ότι ο κ. Τσίπρας άλλαξε πολιτικά προς το χειρότερο, ενώ η κυβέρνησή του αποκόπηκε από την κοινωνία και έχασε την αναφορά της στην Αριστερά.

Στιγμιότυπο από 2016-05-04 18:54:55

Τα μνημόνια είναι πραξικόπημα;

Στόχος της αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η δημιουργία θεσμών που ελέγχουν τις βασικές λειτουργίες των κοινωνιών. Οι θεσμοί αυτοί είναι απρόσβλητοι και δεν μπορούν να επηρεαστούν από τη λαϊκή βούληση. Αυτό βρίσκεται, τώρα, σε εξέλιξη και το μνημόνιο είναι ένα μέσο περάσματος από μία αστική δημοκρατική συγκρότηση σε αυτήν την νέα κατάσταση. Αξιοποιήθηκε, δηλαδή, η κρίση χρέους για να μπουν οι κοινωνίες σε τέτοια προγράμματα. Τα μνημόνια είναι μέρος ενός σχεδίου, που στόχο έχει να περάσουμε σε ένα μοντέλο κοινωνίας, στην οποία οι άνθρωποι που δεν έχουν οικονομική ισχύ να μην έχουν λόγο για τα πράγματα για τις βασικές κρίσιμες αποφάσεις της.

Άρα, η κοινωνία, τώρα, έχει αποσβολωθεί από την ένταση των μέτρων…

Η κοινωνία βρίσκεται σε μία αμήχανη κατάσταση, διότι εξάντλησε όλα τα εργαλεία που της έδινε η προηγούμενη θεσμική μορφή (εκλογές, κίνημα, πλατείες, δημοψήφισμα). Αυτό που απαιτείται είναι να βρεθούν άλλοι τρόποι πολιτικής και κοινωνικής δράσης για να μπορέσουμε να βγούμε από αυτήν την κατάσταση. Γιατί δεν πρόκειται για μία προσωρινή αλλαγή, όπως μας έλεγαν στην αρχή για τα μνημόνια. Αυτή είναι μία μείζονα αλλαγή, ιστορικού χαρακτήρα, μία κεντρική στρατηγική, πολύ επικίνδυνη, όχι μόνο για τα λαϊκά στρώματα αλλά και για κάθε άνθρωπο που πιστεύει στη Δημοκρατία. Ακόμη και τους φιλελεύθερους ή τους συντηρητικούς αν ρωτήσεις είναι θορυβημένοι με αυτό που συμβαίνει.

Η κοινωνία δεν έχει ακόμη τα μέσα για να αντιμετωπίσει αυτήν την κατάσταση. Και εκεί είναι και η ευθύνη της Αριστεράς, να συμβάλει σε αυτήν την αναζήτηση, εκείνων των μέσων που θα μπορούσαν να αυξήσουν την αυτονομία της κοινωνίας, απέναντι σε αντιδημοκρατικούς θεσμούς που ελέγχουν απολύτως τις βασικές λειτουργίες της.

Στο κείμενο παραίτησης από την Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, τον Αύγουστο του 2015, γράφατε ότι «δεν ζούμε σε καιρούς αποστράτευσης». Εσείς, σήμερα, από ποιο κοινωνικό ή συλλογικό μπλοκ δίνετε τη μάχη σας;

Το βασικό «καθήκον» είναι η αναζήτηση τρόπων για να αποκτήσει η κοινωνία αυτονομία. Άρα χρειάζεται να εμβαθύνουμε, να σκεφτούμε σοβαρά και να δουλέψουμε πάνω σε αυτήν την κατεύθυνση. Σε αυτήν προσπαθώ και εγώ να συμβάλω. Το ίδιο προσπαθούν να κάνουν και άλλοι άνθρωποι που έχουν φύγει από τον ΣΥΡΙΖΑ και παραμένουν στην ευρύτερη Αριστερά. Σιγά-σιγά διαμορφώνεται μία κοινή συνείδηση ότι οι παραδοσιακοί τρόποι άσκησης πολιτικής δεν είναι αρκετοί. Άρα χρειάζεται να ανακαλύψουμε νέα εργαλεία για το πώς μπορούμε να απεμπλακούμε, με πρωτοβουλίες πολιτών και κοινοτήτων μέσα στην κοινωνία. Προσπαθώ και εγώ, όχι αυτή τη στιγμή ενταγμένος κάπου, μαζί με άλλους πολλούς, να σκεφτούμε μεθόδους παρέμβασης που αυξάνουν την ικανότητα της κοινωνίας να ελέγχει τα στοιχεία που αφορούν την καθημερινότητά της.

Υπάρχει πιθανότητα να επιστρέψετε στον ΣΥΡΙΖΑ;

Δεν αποτελεί ο ΣΥΡΙΖΑ, με τις επιλογές που έκανε το καλοκαίρι (του 2015), προνομιακό πεδίο για την αναζήτηση αυτών των νέων μεθόδων άσκησης της πολιτικής. Αυτό που καταλαβαίνουμε σήμερα, μετά από αρκετούς μήνες, είναι ότι δεν υπάρχει «μεσαίο» έδαφος ανάμεσα στην προσπάθεια αντίστασης στην επιβολή μιας απολυταρχικής φυσιογνωμίας στις κοινωνίες μας και την νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Όποιος πάει να βρει αυτό το «μεσαίο» έδαφος γίνεται οργανικό εξάρτημα των νεοφιλελεύθερων στρατηγικών.

Οι αποκαλύψεις του WikiLeaks, αναφορικά με τον σχεδιασμό Τόμσεν για τη δημιουργία συνθηκών πιστωτικής ασφυξίας κατά της Ελλάδας, σας ξάφνιασαν;

Αυτό που καταλαβαίνω από μία σειρά παραδείγματα, όπως αυτό που αναφέρετε, είναι ότι οι Θεσμοί δείχνουν να νιώθουν πως διαθέτουν μία ελευθερία κινήσεων, χωρίς να σέβονται την παλιά θέσμιση και τους παλιούς κανόνες λειτουργίας της πολιτικής και της κοινωνίας. Εμφανίζονται με μία αυτοπεποίθηση, την οποία θα ήθελα να δω και από την πλευρά της Αριστεράς και των λαϊκών τάξεων. Η διαρροή των WikiLeaks επιβεβαιώνει τη διάθεση των Θεσμών αυτών να αλλάξουν άρδην την κατάσταση. Και μπροστά σε αυτό δεν υπάρχουν περιορισμοί από την πλευρά τους.

Γνωρίζετε τον πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, όσο λίγοι. Τον έχουν αλλάξει οι καταστάσεις;

Γενικά, οι άνθρωποι εξελίσσονται συν τω χρόνω, ανάλογα με αυτά που ζουν. Με αυτήν την έννοια, ο καθένας μας αλλάζει. Όλοι μας έχουμε αλλάξει, το ίδιο και ο πρωθυπουργός.

Ο κ. Τσίπρας έχει αλλάξει προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο;

Δεν ξέρω ως άνθρωπος τι κάνει, πάντως σε σχέση με τις πολιτικές επιλογές του έχει αλλάξει προς το χειρότερο.

Πόση αλήθεια μπορεί να εμπεριέχει ότι το γενικό πρόσταγμα το έχει μόνο μία «κλειστή παρέα» στο Μαξίμου;

Η Αριστερά θα έπρεπε να έχει μία άλλη μεθοδολογία και μία άλλη φιλοσοφία διακυβέρνησης, πιο συμμετοχική, πιο ανοιχτή στην κοινωνία. Αυτό που παρατηρούμε, όμως, είναι ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έχει ελάχιστα καινοτομήσει σε αυτόν τον τομέα, καθώς ακολουθεί κλασσικές και παραδοσιακές νόρμες άσκησης της εξουσίας. Και αυτό είναι ένα από τα βασικά προβλήματα, πέρα από τη συμφωνία, για μία κυβέρνηση που έχει αναφορά στην Αριστερά.

Πολλοί κατηγορούν τον πρωθυπουργό ότι το «Όχι» του δημοψηφίσματος το έκανε «Ναι». Βεβαίως, άλλοι υποστηρίζουν πως το ακέραιο ερώτημα αφορούσε το αν αποδεχόμαστε την πρόταση Γιουνκέρ, η οποία και τελικώς αποσύρθηκε, αφού στη θέση της ήρθε μία καλύτερη (θεωρητικά) συμφωνία, ύστερα από διαπραγμάτευση. Άρα δεν παραβιάστηκε η λαϊκή ετυμηγορία. Ποια είναι η θέση σας;

Ο κόσμος ψήφισε «Όχι» ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη διατύπωση του ερωτήματος. Η κοινωνία γνώριζε πολύ καλά ότι αναλάμβανε ένα ρίσκο, όταν επί της ουσίας απειλούνταν με χρεοκοπία. Παρόλα αυτά, απέναντι σε αυτόν τον εκβιασμό και την τρομοκρατία, επέλεξε να πει ότι δεν αποδέχεται οικειοθελώς την καταστροφή του. Και αυτό είναι το μεγάλο μήνυμα από το δημοψήφισμα. Μπορούμε να δημιουργούμε σοφιστικά επιχειρήματα, ή να μένουμε στο «γράμμα» της ακριβούς διατύπωσης του ερωτήματος, αλλά ήταν σαφές σε όλους, πως αυτό που ζητήθηκε από τον ελληνικό λαό, από την άλλη πλευρά, ήταν να συμφωνήσει στη μιζέρια και σε ένα μέλλον χωρίς αξιοπρέπεια. Ο ελληνικός λαός είπε «Όχι», ζητώντας αλλαγή και αναχαίτιση αυτής της πολιτικής.

Τώρα, το αν επετεύχθη καλύτερη συμφωνία ή όχι, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχθηκε τη βασική στρατηγική των μνημονίων -γιατί περί αυτού πρόκειται- και ισχυρίζεται ότι, μέσα σε αυτό, πέτυχε λίγο καλύτερα αποτελέσματα. Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιεί και ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, παρότι αποτελούσε το αντικείμενο κριτικής μας στο ΠΑΣΟΚ και την πανευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία συνολικότερα, όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Είχε ο ΣΥΡΙΖΑ άλλες επιλογές;

Όταν εκφράζεις τη βούληση ενός λαού και δεν έχεις προετοιμαστεί κατάλληλα για να αντιμετωπίσεις την εχθρότητα και την επιθετικότητα της άλλης πλευράς, τότε η συνεπής στάση δεν είναι να υιοθετήσεις τις ψευδαισθήσεις και τη ρητορική των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά να παραμείνεις πιστός στον ελληνικό λαό. Πράγμα που σήμαινε ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να αποδεχθεί, πως αυτό που συμβαίνει είναι ένα πραξικόπημα. Η μόνη σοβαρή επιλογή, κατά τη γνώμη μου, ήταν η παραίτηση και η συντεταγμένη προσπάθεια ενός μαζικού πανελλαδικού φορέα, μαζί με την πλειοψηφία των πολιτών που ασφυκτιούν, προκειμένου να διερευνηθούν οι τρόποι που απαιτούνται σήμερα για να ξανακερδίσουμε την ελευθερία μας.

Τον περασμένο Ιούλιο εκβιάστηκε ο πρωθυπουργός;

Τον περασμένο Ιούλιο εκβιάστηκε μία ολόκληρη κοινωνία. Ότι, αν επιμείνει σε αυτή τη διάθεσή της να αλλάξει αυτήν την πολιτική, θα υποστεί συνέπειες. Το ερώτημα που αφορά την κυβέρνηση είναι, κατά πόσο θα έμενε δίπλα σε έναν λαό που εκβιάζεται ή θα προσπαθούσε να βρει αυτό που ξέρουμε ότι δεν υπάρχει, ένα «μεσαίο» έδαφος ανάμεσα στον εκβιαστή και την κοινωνία.

Η κυβέρνηση προτίμησε το δεύτερο, εκ των πραγμάτων, συνεπώς απομακρύνθηκε από την κοινωνία;

Αυτό είναι σαφές και δεν είναι εκτίμηση, είναι πραγματολογικό γεγονός. Ο ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε να υιοθετεί την ψευδαίσθηση των προηγούμενων κυβερνήσεων ότι υπάρχει η δυνατότητα φιλολαϊκής διαχείρισης ενός προγράμματος που έχει σαν στόχο την εγκαθίδρυση μιας σκληρής και βάρβαρης κοινωνικής κατάστασης, όπου οι άνθρωποι δεν θα έχουν δικαιώματα. Γνωρίζαμε ότι αποτελούσε μία ψευδαίσθηση από τα προηγούμενα χρόνια.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Finance & Markets Voice, την Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

The ‘SYRIZA experience’: lessons and adaptations

The impact of the strategic defeat of last year is still very strongly shaping various reactions within the Greek left. Some people seem content with superficial explanations of what happened and return to habitual ways of thinking and acting; others sense the strategic depth of the defeat and turn inwards to disappointment and demoralization. Still others are trying to learn from the “SYRIZA experience” in order to make themselves more useful to people in the future. All of us sense the dangers lurking in front of us but we are far from having a common and feasible strategy.

In a situation like this, political priorities change and ‘novel’ tasks emerge. For example, people far beyond those affiliated with the traditional left are scattered and in disarray, but also full of energy, determination and skills. What should they do? Another urgent task is how to transmit the ‘SYRIZA experience’ abroad, facilitating the left in other countries in the fight against neoliberalism and increased hostility of the elites. ‘Novel’ tasks require a different mentality and operational qualities from the ones we used to deploy through traditional political action.

But first we need: (i) a thorough understanding of the positive and negative aspects of the ‘SYRIZA experience’, and (ii) an open, bold and innovative process of arriving at the new conditions of doing politics. These are some preliminary thoughts in this direction.

The failure

SYRIZA failed to stop austerity and neoliberal transformation in Greece. One could argue that SYRIZA also betrayed the hopes and aspirations of the popular classes and those fighting against financial despotism. It chose to remain in power, thereby ‘normalizing’ the coup we witnessed last summer and accepting neoliberal coordinates that shape governmentality today in Europe.

SYRIZA’s choice deprived the people of a crucial ‘tool’ in this fight by its painful defeat: the political representation of non-compliance with financial despotism. SYRIZA eliminated the chance of a ‘tactical withdrawal’, a collective process of reassembling our forces that could take into account the escalation of the fight provoked by elites – and forming a more effective and resilient ‘popular front’ that would build its resources to challenge neoliberal orthodoxy in the future.

The experience of the SYRIZA government in the months after the agreement, shows that there is no middle ground between financial despotism and democracy and dignity; if you try to reach such middle ground, you are quickly converted into an organic component of the biopolitical machine aimed at dehumanizing our societies. Arguing that the implementation of the agreement is the only way out of the present situation is just a reformulation of the neoliberal core-argument that There Is No Alternative; no strategy for continuing the fightback against financial despotism.

However, there is a danger of underestimating the brutal strategic defeat that we all suffered in 2015, hiding from ourselves the extent of our current impotence as regards any serious challenge to financial despotism. We must dare to perform an extensive reassessment of our methodology and tools if we want to be relevant in these new conditions. And to do so, we should not preoccupy ourselves with the self-evident negative nature of SYRIZA’s choice and comfort ourselves that this is the source of our  problems. The choice SYRIZA made is – among other things – a symptom of the deeper, structural weaknesses of the left.

Today in Greece a ‘Left government’ is implementing austerity, leftwing people are confused and ‘The Left’ is turning into a pro-memorandum political force in people’s minds. Nationalists and fascists have remained the only «natural hosts» of popular rage and resentment, the expected emotional outcomes of the burial of hope we witnessed last summer. Greeks are sensing that the future of their society is severely compromised.

The majority of Greeks have been sentenced to misery and despair through the imposition of newer harder austerity measures without any real hope for the future. If we add to the economic and social disaster that austerity is inflicting on us the huge waves of refugees that are entering Greece – especially the complex and contradictory ways in which their drama impacts on the abused psychic economy of the Greek population – and add also the fear of increased geopolitical instability in the region, then it seems certain that prosperity, stability and peace has left Greece for the identifiable future.

These are exactly the suffocating conditions that prevail in a society before it explodes – due to a random incident – deepening even further the decline, and plunging existential depths. It is like we are walking on thin ice from now on in Greece. In moments like this we have to remain calm and think clearly if we want to arrive at what is needed to adapt and to be effective.

The sad case of Europe

The neoliberal EU and Eurozone has transferred a bundle of important policies and powers that once appeared to belong to the nation state out of the reach of the people. At the same time, a vast array of neoliberal regulations and norms govern the function of the state. In the EU and Eurozone today, the elected government is no longer the major bearer of political power. In the case of Greece, democratically electing a government is like electing a junior partner in a wider government in which the lenders are the major partners.

The junior partner is not allowed to intervene and disturb decisions on such crucial economic and social issues as fiscal policy, banks, privatizations, pensions etc. If it does intervene and demand a say on these issues, then the people who appoint it are going to suffer the consequences. The elites – by extracting important powers and decisions on crucial issues from the democratically structured institutions of the bourgeois state – have managed to gain unchecked control over the basic functions of the society. It is up to their anti-democratic institutions to decide whether a society will have a functional banking system and sufficient liquidity to run or not.

That’s what happened to Greece; that’s the core argument of the president of Portugal behind his initial decision to appoint a pro-austerity minority government: ‘I am preventing unnecessary pain.’ Pain that will be caused by the naivety and dangerous ignorance of the people and political powers that still insist on people’s right to have access to crucial decisions, while at the same time they do not have the power to shape these decisions.

It is evident today that the EU is an openly anti-democratic institutional structure. The left must embrace the crude reality: in Europe a new kind of despotism is emerging fast.

Tsipras and Juncker. CC.

The time lag of the left

In western societies, the left, but not only the left, of a robust democratic constitution has been trained to do politics within the coordinates of a post-war institutional configuration. We assumed that the elites were committed to accepting the democratically shaped mandate of an elected government. If they did not like the policies that it promoted, they had to engage in a political fight; opposition parties must convince the people that this policy is neither desirable nor successful and use the democratic processes for a new government of their preference to be elected.

But was this ever truly the case even for western societies after the Great War? This is surely a debatable issue. However, it is sufficient to assume that this was at least the dominant conception of political functioning that shaped the methodology and strategy of political agency over the last decades, even if it does not correspond fully to reality.

According to this conception, the post-war global balance of forces inscribed in state institutions a considerable amount of popular power, so that people without considerable economic power nevertheless have access to crucial decisions. Of course, the quality and the range of the access was a constant issue of class struggle. The elites were obliged to fight according to the rules (or at least to appear to do so) and at the same time they were working deliberately to diffuse a kind of institutional configuration contaminated by popular power. In recent decades (not accidentally after the fall of the Soviet Union) they made decisive steps towards diffusing this kind of power and hence limiting the ability of the popular classes to influence crucial decisions. Today the elites feel confident enough to openly defy democracy. Democracy is no longer a sine qua non.

Based on the premise that the framework in which politics is being performed hasn’t changed significantly, SYRIZA did what the traditional way of doing politics dictates: supported social movements, built alliances, won a majority in the parliament, formed a government. We all know the results of such a strategy now. The real outcome was totally different. There was virtually no change of policy.

Prepare for landing

A strategy that wishes to be relevant to the new conditions must take on the duty of acquiring the necessary power to run basic social functions. No matter how difficult or strange this may sound in light of the traditional ways of doing politics, it is the only way to acquire the necessary power to defy the elites’ control over our societies.

Is this feasible? My hypothesis is that literally every day human activity – both intellectual and practical – is producing experiences, know-how, criteria and methods, innovations etc. that inherently contradict the parasitic logic of profit and competition. Moreover, for the first time in our evolutionary history, we have so many embodied capacities and values from different cultures within our reach that we are bound to progress our collective intelligence in this regard if we put our minds to it.

Of course we are talking about elements that are not developed sufficiently yet. Elements that may indeed have been nurtured in liberal or apolitical contexts often functionally connected to the standard economic orthodoxy. However, the support of their further development, their gradual absorption in an alternative, coherent paradigm governed by a different logic and values, and finally their functional articulation in alternative patterns of performing the basic functions of our societies is just a short description of the duty of any left that wishes to take up a clear, systematic and strategically broadbased orientation.

Based on people’s capacities, proper alignment, connection and coordination it is possible to acquire the necessary power to at least be in a position to assume the basic functions if needed. We can do this by ‘extracting’ the embodied capacities of the people and putting them into use for the liberation of society.

For those who are frankly skeptical of the possibility of laying the groundwork for such a process, let’s see the potential in the stark case of Greece.

SYRIZA at its peak had approximately 35,000 members, the various solidarity networks included thousands of people and from experience we know that plenty of people were available to help SYRIZA with their expertise if there had been suitable processes to “extract” their embodied capacities in an efficient way (which was not the case). Furthermore, massive unemployment provides us with huge numbers of people who would be willing to participate in networks of a different nature as long as we can build and expand processes of this kind in a systematic way. So, it is possible to pursue such a path as long as we apply the proper methodological and organizational principles in our way of doing politics.

In the worst case scenario, we will achieve some degree of resilience; people will be more empowered to defend themselves and hold their ground. In the best case, we will be able to regain the hegemony needed: people could mobilize positively, creatively and massively, even decisively to reclaim their autonomy.

Graffiti in Athens. Photo by Carl Packman. Used with his permission.

Redesign the ‘operating system’ of the left

We know that the popular power once inscribed in various democratic institutions is exhausted. We do not have enough power to make the elites accept and tolerate our participation in crucial decisions. More of the same won’t do it. If the ground of the battle has shifted, undermining our strategy, then it’s not enough to be more competent on the shaky battleground; we need to reshape the ground. And to do that we have to expand the solution space by shifting priorities: from political representation to setting up an autonomous network of production of economic and social power (NESP).

We must modify the balance between representing people’s beliefs and demands and coordinating, facilitating, connecting, supporting and nurturing people’s actions. Instead of being mainly the political representative of the popular classes in a toxic anti-democratic European political environment designed to be intolerant to people’s needs, we must contribute heavily to the formation of a strong ‘backbone’ for resilient and dynamic networks of social economy and co-operative productive activities, alternative financial tools, local cells of self-governance, democratically functioning digital communities, community control over functions such as infrastructure facilities, energy systems and distribution networks. These are ways of gaining the degree of autonomy necessary to defy the control of elites over the basic functions of our society.

It is not only in Greece that there is a growing exclusion of people from having a job or a bank account, having a ‘normal life’. Modern society in general is in decline. From history we know that societies in decline tend to react in order to survive. It is up to us to grasp this and start building networks that can perform basic social functions in a different way – one that is democratic, decentralized and based on the liberation of people’s capacities. First, this would allow people who are being excluded today to survive. Second, this could begin a transition towards a better and more mature society. And last but not least, there are no empty spaces in history, so if we do not do this, the nationalists and the fascists – with their own militarized ways of performing these basic functions – may step in to conclude the decline.

Shifting the battlefield

Our opponents have already spotted the shifting nature of the battlefield and have moved to new unclassified ways of organizing and acting. They develop new kinds of institutions (a Greek example http://www.corallia.org/en/) compatible with the emerging environment of fast flows of information, digital frameworks of action and production etc. They also explore new methods and models; for example, “open innovation” models have emerged in the last few years to enable the R&D departments of big multinational companies to cope with the current distributed nature of knowledge and expertise that exceeds past means of control and usurpation of human intellectual creativity and innovation.

We have to create new popular power if we want to bring about substantial change or make ourselves resilient instead of just handling the remaining, seriously depleted if not already exhausted popular power inscribed in the traditional institutions. The question is what does it look like to do politics in order to produce popular power without presupposing traditional democratic functioning – to restore it by newly transforming it? In other words, what are the modifications needed in our political practice for the constitution and expansion of NESPs?

These modifications may be classified in three categories: political imagination, methodology and organizing principles. From my experience, the very same people who energetically claim that we need to be more innovative, better adapted and more efficient, when they actually do politics, reproduce priorities, mental pictures, methods and organizational habits that they already know are insufficient or inadequate. There are ingrained norms in terms of methodological guidelines that decisively shape the range of our collective actions, rhetoric, decisions and eventually strategy. In the same vein, we believe in and fight for the promotion of the logic of cooperation and democracy against the logic of competition, but in practice our organizations suffer severely in terms of cooperation and democracy on the operational/organizational level. We need to recognize these blind spots and set up a process of identifying best practices, methods and regulations – both from the experience of our collectivities and from expertise in management, leadership, organizational complexity and network systems theory etc. – in order to operationally upgrade our forces.

Furthermore, our actions and initiatives are not properly connected up, but fragmented and isolated, destined to face the same difficulties again and again. We need to upgrade our operational capacities through appropriate nodes of connection, facilitating smooth flows of know-how and information, transferring best practices, building databases and accumulating knowledge and expertise in an easily retrievable and useful way. Actually, this is the advantage of multinational and large corporations in general, in comparison to others: they have a vast social network and powerful databases that gives them the necessary tools to plan and pursue their goals while their smaller competitors seem in disarray in a global environment of rapid changes. We need these qualities if we want to be really useful today.

Greek Red Cross helps refugees trapped at Idomeni on the Greece-Macedonia border. Demotix/Giorgios Cristakis. All rights reserved.

What about political representation?

The function of political representation is a fundamental one in complex societies. It’s the function that political parties mostly perform and that shapes everyday thinking regarding what ‘politics’ is about. The task here is not to revive neglected aspects of politics – like building popular power – or to reinvent collective and individual qualities; the aim is to explore novel ways of performing the function of political representation in order to upgrade significantly the political leverage of the people.

Of course, building popular power will also invigorate and possibly transform the institutional framework, giving substantial meaning back to political representation. But, the expansion of a network of the sort we are discussing here and the changes it could generate at various levels of the social configuration must be reflected on the function of political representation itself. We need to evaluate and explore concepts like the “commons”. Advancing a project to shape political representation as “commons” could give us valuable insights into new ways of performing vital functions that transcend the traditional, institutional framework of representative democracy.

Democratising the state?

The left talks too much about the democratic transformation of the state. In practice, the driving concept is the restoration of state functions as they were before the neoliberal transformation. But the expansion of a network of economic and social power under people’s control could unlock our imagination towards more advanced and better targeted reforms of state institutions. In theory this is an old idea: the transformation of the state is a complementary move to the self-organized collectivities of the people outside it, driven by these forms of self-governance. 

Actually, this is exactly what our opponents did consistently and persistently during the last decades: they were designing and implementing reforms in various levels of state institutions based on the methods, the criteria and the functioning of their own “social agents”, namely the corporations and their own understanding of the nature of public space, namely the market. This is exactly the “mechanics” of transformation that various intellectuals and leaders of the left described in detail a long time ago. Perhaps, by shifting our priorities we will be able to revive old but useful ideas that have been forgotten in practice.

Mind the gap

The “SYRIZA experience” will be worthless if we do not resist the temptation to replace one mistake with another. The failure of SYRIZA – the failure of focusing solely on traditional electoral politics to radically change the dominant neoliberal framework – creates favorable conditions for notions like “self-referential alternativism” and “vanguard isolationism” to emerge and preoccupy the minds and hearts of those who are willing to continue fighting.

But choices like these just repeat what SYRIZA did, justifying fully the threat of our opponents: either you will be marginal or you will become like us! The existential threats and crucial questions regarding their future that our societies face today have nothing to do with a strategy of building “arcs” that aim to safeguard the “Left” or any other identity.

Entering the ominous battlefield of the twenty-first century, the left will either be relevant and useful for the defense of human societies, or it will be obsolete.

*Published on OpenDemocracy.net

Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου «Για τα κοινά της ελευθερίας»

Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου «Για τα κοινά της ελευθερίας» του Αλέξανδρου Κιουπκιολή, εκδόσεις Εξάρχεια στις 21 Ιανουαρίου 2016 στο Polis Art Cafe.

Αγγίζει πλέον τα όρια της κοινοτοπίας ο ισχυρισμός ότι έχουμε εισέλθει σε μια πολύ περίεργη περίοδο για την πορεία της ανθρωπότητας. Θα αναφερθώ σε ορισμένες μόνο πτυχές αυτής της περίεργης περιόδου οι οποίες διαμορφώνουν το φόντο της δικής μου πρόσληψης του βιβλίου για το οποίο έχουμε τη χαρά να συζητάμε απόψε.

Για πρώτη φορά στην εξελικτική μας ιστορία η ανθρωπότητα στο σύνολό της έχει κοινή ιστορία, κοινή μοίρα. Μέχρι χθες – σε ιστορικό χρόνο – οι ανθρώπινοι πολιτισμοί είχαν ο καθένας τη δική του ιδιαίτερη ιστορία, τα δικά του κρίσιμα σταυροδρόμια, τις δικές του περιόδους ακμής και παρακμής, βαρβαρότητας και χειραφέτησης. Σήμερα, η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με κοινούς κινδύνους, κοινά υπαρξιακά ερωτήματα, και κοινές προκλήσεις.

Επιπρόσθετα, για πρώτη φορά εν συνόλω βρισκόμαστε εντός των ορίων ενός πεπερασμένου κόσμου. Είναι ελάχιστα πλέον τα μέρη του πλανήτη που κείνται εκτός των ορίων της ανθρώπινης εμβέλειας: οι πυθμένες των ωκεανών, η Ανταρκτική και διάσπαρτα τμήματα δυσπρόσιτων ορεινών όγκων και δασικών εκτάσεων συνεχίζουν να αποτελούν ένα “έξω”, αλλά όχι ένα αχανές “έξω”. Δεν υπάρχει πλέον ένα “έξω” που μπορεί να γεννήσει την παράτολμη ελπίδα, αλλά πάντως ελπίδα, κάποιας “νέας αρχής”, ενός “νέου κόσμου” μακριά από αυτόν που υποτροπιάζει με γρήγορο ρυθμό και δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των πληθυσμών του.

Είμαστε εγκλωβισμένοι/ες λοιπόν σε έναν κόσμο ο οποίος κάθε μέρα που περνάει εμφανίζει δείγματα παρακμής και αποδιάρθρωσης. Μακροχρόνιες τάσεις φθάνουν στο ασύμπτωτο όριό τους: περιβαλλοντική ανισορροπία, διατροφική αποσταθεροποίηση, εξάντληση φυσικών πόρων. Μεσοπρόθεσμες και βραχυπρόθεσμες τάσεις κορυφώνονται βαθμιαία αλλά με γρήγορο ρυθμό: οικονομική και παραγωγική δυσπραγία, συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου που τροποποιούν σε παγκόσμια κλίμακα τη μεταπολεμική συνδεσμολογία ισχύος, πολύπλευρη παρακμή των ανθρώπινων κοινωνιών, εξοικείωση με τη βαρβαρότητα, γεωπολιτικές ανισορροπίες, πολεμικές αναφλέξεις, μετακινήσεις πληθυσμών κοκ.

Η περίοδος περιλαμβάνει και καινοφανείς προκλήσεις. Θα αναφερθώ σε μια από αυτές. Για πρώτη φορά πάλι στην εξελικτική μας ιστορία έχουμε την τεχνολογική δυνατότητα καταγραφής τεράστιων ποσοτήτων δεδομένων τόσο για τον κόσμο γύρω μας και μέσα μας όσο και για την ίδια μας την δραστηριότητα. Αυτή η εξέλιξη ενδέχεται να προκαλέσει κατακλυσμιαίες αλλαγές όχι μόνο στη μεθοδολογία των επιστημών μας, αλλά και στην ίδια τη σχέση μας με τον κόσμο, τον εαυτό μας αλλά και τους γύρω μας. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε δεν είναι εύκολο να αποτιμήσουμε τις επιδράσεις αυτές ούτε τις συνέπειές τους.

Ένας κόσμος λοιπόν σε ένα καθοδικό σπιράλ, με απροσδόκητα νέα δεδομένα, ένας κόσμος σε μια περιδίνηση που κονιορτοποιεί τους υφιστάμενους γνωσιακούς χάρτες και τις καθιερωμένες μεθοδολογίες για τη διαχείριση των κοινωνικών ζητημάτων και τη διασφάλιση των βασικών λειτουργιών. Και στο “τιμόνι” αυτού του κόσμου οι πλέον ακατάλληλοι. Σύμπτωμα αλλά και καταλύτης της επιδεινούμενης κατάστασης οι ελίτ. Οι ελίτ που σταδιακά αποδεσμεύονται από τις κοινωνίες μας, διαμορφώνουν τους δικούς τους υπερτοπικούς βιόκοσμους και αναπτύσσουν μια κυνική και αρπακτική νοοτροπία απέναντι στις κοινωνίες μας.

Όταν αυτοί που κρατούν στα χέρια τους τα μέσα διαβίωσης και αναπαραγωγής μιας κοινωνίας αποκόπτονται από αυτή τότε οι πληθυσμοί βρίσκονται αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες απειλές. Όταν η βασική μέριμνα των ελίτ δεν είναι η εύρυθμη λειτουργία προς όφελός τους των βασικών λειτουργιών μιας κοινωνίας, ούτε καν η ευσταθής λειτουργία του δικού τους συστήματος εκμετάλλευσης, αλλά η υπερσυγκέντρωση ισχύος, η υφαρπαγή του πλούτου και η περίφραξη και έλεγχος των πόρων (γη, ενέργεια, υποδομές, νερό κλπ) τότε οι κοινωνίες βρίσκονται μπροστά στον κίνδυνο βαθειάς αποσύνθεσης. Όταν ο νεωτερικός καπιταλιστικός κόσμος μετατρέπεται ραγδαία σε μια μεσαιωνική παγκόσμια απολυταρχία μιας τυφλής ολιγαρχίας τότε οι βασικές λειτουργίες της κοινωνίας καταρρέουν, η πλειοψηφία των πληθυσμών αποκλείεται πολλαπλώς, η έννοια του πολίτη σταδιακά υποχωρεί και η αξιοπρεπής διαβίωση και πρόσβαση σε βασικά αγαθά γίνεται αντικείμενο αγώνων.

Έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο μεγάλης διακινδύνευσης, αλλά και τεράστιων δυνατοτήτων που δεν είχαμε ποτέ άλλοτε. Ποτέ άλλοτε στην εξελικτική μας πορεία οι πληθυσμοί δεν είχαν τέτοια πρόσβαση στην πληροφορία και τη γνώση, ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο κατανεμημένη η δυνατότητα επιτέλεσης των βασικών και όχι μόνο κοινωνικών λειτουργιών, ποτέ άλλοτε δεν είχαμε ταυτόχρονη πρόσβαση σε αξιακά κοιτάσματα από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα που γέννησε η μακραίωνη πορεία απομονωμένων μεταξύ τους τμημάτων της ανθρωπότητας. Έχουμε στη διάθεσή μας απίστευτα “κοιτάσματα” δυνατοτήτων και αξιών το οποίο βεβαίως θα παραμένουν αναξιοποίητα όσο δεν βρίσκουμε τους τρόπους να τα αξιοποιήσουμε δημιουργικά για την ανάδυση μιας αποφασισμένης “μορφής ζωής”. Μια “μορφή ζωής” αποφασισμένη να αναμετρηθεί με σοβαρό τρόπο με τις καινοφανείς προκλήσεις και κινδύνους που έχουμε μπροστά μας.

Γιατί όμως όλη αυτή η εκτενής εισαγωγή στην βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου του Κιουπκιολή; Γιατί μπροστά στα αχαρτογράφητα νερά της περιόδου που έτυχε να ζούμε, μπροστά στους καθολικούς κινδύνους και τις τεράστιες δυνατότητες που υπάρχουν γύρω μας αλλά δεν ξέρουμε πώς να τις θέσουμε σε κίνηση, μπροστά στον ίλιγγο που προκαλεί η ανεπάρκεια των καθιερωμένων τρόπων σκέψης και δράσης, ο Κιουπκιολής έχει το σθένος να ασκήσει με αυστηρότητα και πειθαρχία τις διανοητικές του δυνάμεις με τρόπο που να είναι χρήσιμος σε όσους και όσες αγωνίζονται εναντίον της σύγχρονης απολυταρχίας που αναδύεται γοργά, αλλά και σε όσους και όσες νιώθουν την υποχρέωση να αναμετρηθούν με τις πρωτόγνωρες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα στο σύνολό της. Ο Κιουπκιολής γράφει για να δράσουμε καλύτερα, πιο αποτελεσματικά. Ενώ σέβεται την πειθαρχία της ακαδημαϊκής αυστηρότητας δεν γράφει αποστειρωμένα.

Στο βιβλίο επιχειρεί να αναμετρηθεί με το κεντρικό ερώτημα της χειραφετητικής πολιτικής: πώς διαφορετικοί άνθρωποι, με διαφορετικές οπτικές και βιώματα, με διαφορετικές προτεραιότητες και θέσεις σε μια σύνθετη κοινωνία, με διακριτό χρονισμό ως προς τις εμπειρίες και την πληροφορία που διαθέτουν μπορούν να συγκλίνουν αγωνιστικά, αλλά και δημιουργικά σε μια νέα “μορφή ζωής” διατηρώντας όμως τον πλουραλισμό και την ποικιλότητα. Πώς μπορούμε να διευθετήσουμε με αρμονικό τρόπο το γεγονός ότι τα ανθρώπινα όντα διαθέτουν δύο υπαρξιακές διαστάσεις: τη μερική, ατομική διάσταση και την καθολική, συλλογική.

Στο βιβλίο θα βρείτε κεφάλαια που προσπαθούν να φωτίσουν το παραπάνω ερώτημα μέσα από την οξυδερκή εξέταση σύγχρονων κινημάτων αντίστασης (αγανακτισμένοι, occupy, indignados, αραβική άνοιξη κοκ) αλλά και πειραματισμών στο επίπεδο της αυτο-οργάνωσης της ανθρώπινης δραστηριότητας (συνεταιρισμοί, διαχείριση των κοινων κοκ). Σε άλλα κεφάλαια παρουσιάζει πτυχές αυτού του ζητήματος αξιοποιώντας τη συζήτηση μεταξύ των Laclau και Negri και Hardt – μεταξύ άλλων – αναφορικά με τις δύο λογικές, αυτή του σμήνους και αυτή της ηγεμονίας.

Μην ξεγελαστείτε όμως. Η ανασυγκρότηση των απόψεων και της συζήτησης μεταξύ αυτών των θεωρητικών – αλλά και άλλων που θα συναντήσετε στις σελίδες του βιβλίου – είναι το μέσο για την εκδίπλωση του δικού του στοχασμού που τολμά να πατάει σε λεπτό πάγο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να πάει πέρα από τις γνώριμες και ασφαλείς αυτοαναφορικές επιβεβαιώσεις θεωρητικών και κινηματικών παραδόσεων. Γιατί; γιατί ακριβώς ζούμε σε μια περίοδο κατά την οποία τέτοιες γρήγορες και εφησυχαστικες επιβεβαιώσεις στερούνται νοήματος και αποτυγχάνουν να πιάσουν επαφή με τα αδιέξοδα, τους κινδύνους και τις δυνατότητες που σήμερα αναδύονται και θα σφραγίσουν την πορεία της ανθρωπότητας αύριο.

Στον χρόνο που απομένει θα ήθελα να αναφερθώ επιγραμματικά σε μερικές σκέψεις που ανέκυψαν διαβάζοντας το βιβλίο αναφορικά με αυτό το κεφαλαιώδες ερώτημα. Κανονικά θα έπρεπε να μιλάω πέντε έξι εφτά ώρες καθώς διαβάζοντας το βιβλίο κάθε λίγο σταματούσα σε κάποιο σημείο, έπιανα ένα νήμα της σκέψης του Κιουπκιολή και έμπαινα στη διεγερτική είναι η αλήθεια αλλά άκρως χρονοβόρα διαδικασία να υφάνω μια ολόκληρη σειρά συλλογισμών περικυκλώνοντας πτυχές του βασικού ερωτήματος ακολουθώντας την κρυστάλλινη προτροπή του Κιουπκιολή: να μην φοβηθούμε να σκεφτούμε παράτολμα, πέρα από το δίχτυ ασφαλείας των καθιερωμένων σχημάτων.

Ο Κιουπκιολής υποστηρίζει ότι η στρατηγική νοημοσύνη επιτάσει τη διαζευκτική σύζευξη της αγωνιστικής ηγεμονίας, του συγκεντρωτικού συντονισμού και της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας με την αποκεντρωμένη, δικτυακή λογική. Μας καλεί να αποδεχθούμε την ανειρήνευτη ένταση μεταξύ των δύο αυτών λογικών και να φερθούμε έξυπνα: να αποκωδικοποιούμε σε κάθε συγκυρία τον κατάλληλο απαιτούμενο συνδυασμό τους και να εντοπίζουμε την ανάγκη ενδεχόμενης στροφής προς τη μια ή την άλλη πλευρά ώστε να αντισταθμιστούν μετατοπίσεις που επιφέρει η ένταση του αγώνα.

Ένα άλλο παρεμφερές αλλά διαφορετικό ερώτημα που φαίνεται να ταλανίζει όσους και όσες επιχειρούν να δώσουν υπόσταση σε ένα διαφορετικό παράδειγμα χειραφετητικού αγώνα είναι ότι οι ιεραρχίες και οι εξουσιαστικές νοοτροπίες φαίνεται να επιμένουν παρά τη βούληση υπέρβασής τους. Ο Κιουπκιολής μας καλεί σε διαρκή εγρήγορση και τονίζει την ανάγκη επινόησης ρυθμίσεων και μοντέλων συνύπαρξης που δυσχεραίνουν ή περιορίζουν αυτή την παραμένουσα τάση.

Προσπαθώντας να συμβάλλω σε αυτή την προτροπή θα πρότεινα να σκεφτούμε την ένταση μεταξύ οριζόντιων και ιεραρχικών οργανωσιακών αρχών και την επίμονη ανάδυση εξουσιαστικών νοοτροπιών σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κατανόησης της ανθρώπινης κατάστασης σήμερα. Αν είναι όρθο ότι οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν περιέλθει σε μια μεταιχμιακή κατάσταση στην οποία βρίσκονται αντιμέτωπες με βαθύτερα αδιέξοδα τότε δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ερωτήματα και δυσκολίες που ανακύπτουν μόνο στο πλαίσιο της χειραφετητικής στρατηγικής.

Από τον χώρο των δημόσιων και κοινωνικών δομών, από τον χώρο των επιχειρήσεων που αποτελούν τις παραγωγικές μονάδες της εποχής μας, από την κυρίαρχη όψη της καθημερινής ζωής και ατομικής αυτοεικόνας, από παντού, φαίνεται να αναδύονται παραπλήσια ερωτήματα και ένα αίσθημα αδιεξόδου και ασφυξίας. Αν ισχύει κάτι τέτοιο τότε ίσως το ζήτημα της σύζευξης οριζόντιων και ιεραρχικών οργανωσιακών αρχών να μην είναι μια “κατάρα” της χειραφετητικής στρατηγικής αλλά ένα ερώτημα που σχετίζεται με τον πυρήνα ενός νέου τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας και της παραγωγής ο οποίος αναδύεται σε πολλαπλά σημεία σήμερα.

Η ανθρώπινη διανοητική και πρακτική δραστηριότητα σε πολλούς τομείς αναμετριέται με αυτό και παρόμοια ερωτήματα καθημερινά, μέθοδοι και τεχνικές ανιχνεύονται και δοκιμάζονται, ενώ πολλές διαφορετικού επιπέδου διαγνώσεις προσπαθούν να εντοπίσουν τους λόγους της αναδυσης εξουσιαστικών νοοτροπιών. Ίσως να είμαστε πιο δυνατοί/ες από όσο φανταζόμαστε για την επίλυση ζητημάτων που μπλοκάρουν τη δημιουργικότητα και την αποτελεσματικότητα των συλλογικών μας προσπαθειών για χειραφέτηση αν συλλαβουμε τις εξελίξεις έξω από τον “τόπο” του αγώνα ως σχετικές με αυτόν, αν αναπλαισιώσουμε σε ένα ευρύτερο ορίζοντα αυτό που είμαστε και κάνουμε. Να σκεφτούμε και να δράσουμε ως εάν ο ορίζοντάς μας να είναι η τολμηρή και αποφασιστική αναμέτρηση με βαθειά υπαρξιακά ζητήματα που αφορούν τη φυσιογνωμία των κοινωνιών μας.

Μπορούμε επίσης να προσεγγίσουμε αυτά για τα οποία παλεύουμε με άλλο μάτι. Θέλουμε οι άνθρωποι να είναι ελεύθεροι και ίσοι. Τι πλεονέκτημα γεννά μια τέτοια αντίληψη για τη συλλογική ζωή και για την οργάνωση και επιτέλεση των κοινωνικών μας λειτουργιών; Θέλουμε οι άνθρωποι να έχουν λόγο για αυτά που τους αφορούν. Αυτό γεννά μόνο δυσκολίες και φαίνεται πρακτικά ανεφάρμοστο ή έχει λειτουργικές και μεθοδολογικές αρετές στις οποίες δεν δίνουμε την απαιτούμενη έμφαση;

Αναγνωρίζουμε τις ιεραρχικές δομές ως “αναγκαίο κακό” για τις ανάγκες του αγώνα γιατί γεννούν εξουσιαστικές νοοτροπίες. Μήπως όμως υπάρχουν καταστάσεις και πρακτικές όπου η ιεραρχία αντί να γεννά εξουσιαστικές νοοτροπίες διαμορφώνει έξεις αλληλοσεβασμού και αμοιβαίας αναγνώρισης που αποδυναμώνουν την παγίωση και αναπαραγωγή της ως καταπιεστικού μηχανισμού; Μήπως, αν είμαστε πιο διεισδυτικοί/ες είμαστε σε θέση να εξετάσουμε την υπόθεση ότι η καταπίεση δεν αναδύεται από την ιεραρχία αλλά από άλλες ποιότητες του τρόπου με τον οποίο σκεφτόμαστε και οργανώνουμε την ανθρώπινη συνεργασία και συλλογική δραστηριότητα;

Μήπως αντί μόνο να προσπαθούμε να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην ιεραρχία και τη δικτύωση, αξίζει να σκεφτούμε ότι υπάρχουν κακές και καλές εκδοχές τόσο της δικτύωσης όσο και της ιεραρχίας; Μήπως αξίζει τον κόπο να επιδοθούμε σε μια συστηματική εξέταση της υπόθεσης ότι η ιεραρχία και η δικτύωση μπορούν να αποτελούν διαφορετικές όψεις μια “μορφής ζωής” που είναι ρυθμισμένη έτσι ώστε να διευρύνει τις καλές εκδοχές και των δύο και να λειτουργεί τοξικά για τις κακές εκδοχές τους;

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι πολλές φορές εστιάζουμε υπέρβολικά και απορροφούμαστε από τη σύγκρουση με τις ελίτ και τους εκφραστές τους. Φαίνεται να λειτουργούμε ως εαν η δική τους ήττα να σημαίνει αυτόματα επίλυση των αδιεξόδων και την εξαφάνιση των σύγχρονων προκλήσεων. Και δεν δίνουμε ένα σημαντικό ποσό της ενέργειας και του χρόνου μας να σκεφτούμε πώς θα επιτελούνταν διαφορετικά οι βασικές κοινωνικές λειτουργίες με τις υφιστάμενες ενσωματωμένες δυνατότητες, πώς θα διευθετούσαμε κρίσιμα ζητήματα και τι είδους μεθοδολογίες και κοινωνικές πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να πραγματευθούν τις σύγχρονες προκλήσεις έτσι ώστε να δώσουν πραγματικές απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα.

Αν αρχίσουμε να θεωρούμε τα προβλήματα, τα αδιέξοδα και τις προκλήσεις που αντιμετώπιζει η ανθρωπότητα ως άμεσα δική μας υπόθεση – όχι έμμεσα δια της πάλης εναντίον αυτού που τα προκαλεί – και αν διευρύνουμε το πεδίο των λύσεων ώστε να συμπεριλάβει την ανθρώπινη δραστηριότητα στους πιο απίθανους τομείς, τότε θα αρχίσουμε να διαμορφώνουμε μια νέα “μορφή ζωής”, ένα νέο πλαίσιο οργανωσιακών αρχών, μεθόδων και νοητικών εικόνων, που θα μπορεί πραγματικά να σηκώσει – όχι μόνο την σύγκρουση εναντίον των ελίτ υπερβαίνοντας κινηματικές “κατάρες” – αλλά το “βάρος” της λειτουργίας των κοινωνιών μας που φαίνεται να ασφυκτιούν.

Αν αρχίσουμε να αρθρώνουμε με κατάλληλο τρόπο τις υφιστάμενες δυνατότητες που έχει γεννήσει η ανθρωπίνη δραστηριότητα τότε θα αποκτήσουμε την αυτοπεποίθηση ότι είναι δυνατό να θέσουμε την ανθρωπότητα σε μια διαφορετική πορεία. Και πραγματικά πιστεύω ότι αν πιστέψουμε ότι είμαστε σε θέση να πετύχουμε κάτι τέτοιο τότε η ήττα του νεοφιλελευθερισμού και η δύση της παντοδυναμίας των ελίτ θα είναι πια θέμα χρόνου.

Τροποποιώντας το «λειτουργικό σύστημα» της Αριστεράς

Δεν είναι εύκολο να αποτιμηθεί το βάθος των συνεπειών από το γεγονός ότι μια κυβέρνηση με αναφορά στην Αριστερά συνεχίζει την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής. Αυτό το συντριπτικό πλήγμα στην αριστερή εκδοχή της αντίστασης στη σύγχρονη απολυταρχία ενεργοποιεί νέες δυναμικές στο κοινωνικό σώμα: η Αριστερά βαθμιαία αλλά γρήγορα εγγράφεται στις καθεστωτικές δυνάμεις που πλήττουν τις ήδη εξουθενωμένες λαϊκές τάξεις και δημιουργούνται ευνοϊκές προϋποθέσεις είτε για την κανονικοποίηση της βαρβαρότητας είτε για την άνοδο του εθνικισμού και της ακροδεξιάς. Η αριστερή λιτότητα σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική, πολεμικού χαρακτήρα ένταση στην ευρύτερη περιοχή, τις τρομοκρατικές ενέργειες και τα προσφυγικά ρεύματα διευρύνουν δυσμενώς το όριο του τι μπορεί να συμβεί στην ελληνική κοινωνία στο μέλλον.

Αυτή η διαπίστωση καθιστά σήμερα ακόμη πιο επίκαιρη τη συζήτηση αναφορικά με τους τρόπους και τις μεθόδους οργάνωσης των λαϊκών τάξεων ώστε να αποκτήσουν ανθεκτικότητα απέναντι σε απρόβλεπτες εξελίξεις, την εμπέδωση της χρηματοοικονομικής απολυταρχίας και την ενίσχυση της ακροδεξιάς. Για να ανταποκριθούμε στις σημερινές προκλήσεις είναι απαραίτητη μια ριζική μεταστροφή νοοτροπιών και προσανατολισμού σε μια κατεύθυνση παραγωγής οικονομικής και κοινωνικής ισχύος υπό τον έλεγχο των πολιτών. Στόχος είναι η σχετική αυτονομία βασικών λειτουργιών που σήμερα ελέγχονται από κέντρα στα οποία δεν έχουμε πρόσβαση ή επιρροή. Η εν λόγω αυτονομία είναι αναγκαία προϋπόθεση για την υλοποίηση της όποιας πολιτικής πρωτοβουλίας θέτει την επιβίωση του λαού, την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την ανάσχεση του φασισμού στο επίκεντρο.

Σε προηγούμενο άρθρο είχα υποστηρίξει ότι, χωρίς τη διεύρυνση της αυτονομίας της, η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί να επιβιώσει με αξιοπρέπεια ούτε να αντιμετωπίσει με στοιχειώδη επάρκεια ενδεχόμενες καταστάσεις κατάρρευσης ή αναστολής του κλασικού οικονομικού κυκλώματος. Σε άλλο άρθρο υποστήριξα ότι είμαστε πολύ πιο δυνατοί από ό,τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας να αντιληφθεί όσο μένουμε προσκολλημένοι σε καθιερωμένα φαντασιακά και πολιτικές φόρμες. Εδώ θα αναφερθώ σε κάποιες σκέψεις αναφορικά με την τροποποίηση πτυχών της παραδοσιακής αριστερής πρακτικής, οι οποίες μπορεί να φανούν χρήσιμες σε μια Αριστερά που ευελπιστεί να είναι σχετική με την περίοδο, ικανή να αξιοποιήσει τις σημερινές δυνατότητες και χρήσιμη στον ελληνικό λαό.

Η παραδοσιακή αριστερή πολιτική μεθοδολογία οργανώνεται γύρω από την αντιπροσωπευτική δημοκρατική λειτουργία: στήριξη κινημάτων και αιτημάτων που απευθύνονται στην εκλεγμένη κυβέρνηση και το κράτος, σύνταξη πολιτικού προγράμματος, διαμόρφωση κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών, εκλογικός αγώνας, επιδίωξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και συγκρότηση κυβέρνησης με σκοπό την εφαρμογή του προγράμματος. Αυτή η μεθοδολογία προϋποθέτει ότι η άλλη πλευρά, οι ελίτ, δεσμεύεται από τους κανόνες της δημοκρατικής αντιπροσωπευτικής λειτουργίας: αν μια εκλεγμένη κυβέρνηση πλήττει τα συμφέροντά τους, οι ελίτ σέβονται το δικαίωμά της να εφαρμόσει μια τέτοια πολιτική (τουλάχιστον εμφανίζονται να διατηρούν ένα πρόσχημα σεβασμού) και οργανώνουν μέσω των πολιτικών φορέων που τις εκπροσωπούν πολιτικό αγώνα, ώστε μέσα από τις δημοκρατικές διαδικασίες να υπάρξει κυβερνητική αλλαγή προς την κατεύθυνση που επιθυμούν. Όμως, γνωρίζαμε εδώ και καιρό ότι οι ελίτ δεν δεσμεύονται πλέον από αυτούς τους κανόνες. Αυτή είναι η επιτυχία του νεοφιλελευθερισμού. Τα τελευταία 30 χρόνια διευρύνεται μια σύγχρονη απολυταρχία που ανέχεται τη δημοκρατική μορφή αλλά όχι και την ουσία της: την πρόσβαση των πολιτών χωρίς οικονομική ισχύ στις κρίσιμες αποφάσεις για τις κοινωνίες.

Η παραδοσιακή πολιτική μεθοδολογία της Αριστεράς (όπως αυτή εκφυλίστηκε μέσα στη φαινομενική θαλπωρή της «εύρωστης» πολιτικής και θεσμικής οργάνωσης των δυτικών κοινωνιών) διέπεται αυθόρμητα από την πίστη ότι η κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας εξασφαλίζει ένα ποσό ισχύος ικανό να επιτύχουμε την ικανοποίηση βασικών κοινωνικών αιτημάτων. Αυτό όμως δεν ισχύει εδώ και καιρό (αν ίσχυε ποτέ στο βαθμό που το χρειαζόμαστε σήμερα). Η προσκόλληση στην εν λόγω πολιτική μεθοδολογία κατέστησε την Αριστερά ατροφική ως προς τη δυνατότητά της να συμβάλει στην παραγωγή εκ νέου λαϊκής ισχύος από την ίδια την αυτο-οργάνωση των ανθρώπων. Όμως, η δημοκρατία δεν υπάρχει πια αν δεν έχεις την ισχύ να την επιβάλλεις. Τα «καύσιμα» από την παραγωγή ισχύος των προηγούμενων γενιών τελείωσαν. Δεν έχουμε πια ως λαϊκές τάξεις την ισχύ ώστε να επιβάλλουμε τη συμμετοχή μας στις κρίσιμες αποφάσεις. Τώρα πια, αν θέλουμε να έχουμε δημοκρατία και αξιοπρεπή ζωή, πρέπει να παράγουμε και την ισχύ που χρειαζόμαστε για να τα επιβάλουμε.

Για να υπηρετήσουμε μια στρατηγική που παράγει εκ νέου ισχύ, απαιτείται ένας ριζικός μετασχηματισμός νοοτροπιών, μεθοδολογίας, φαντασιακού και οργανωσιακής διάταξης. Απαιτείται πρώτα από όλα η μετατόπιση του «κέντρου βάρους» της πολιτικής μεθοδολογίας, από την εκφώνηση και εκπροσώπηση «απόψεων και προγραμμάτων» που είναι στον «αέρα» αφού βασίζονται στην υποτιθέμενη δέσμευση των ελίτ στο δημοκρατικό παιχνίδι («αποκλείεται να μας πουν όχι») στην ενίσχυση/καλλιέργια/υποβοήθηση/διασύνδεση/αναβάθμιση/συντονισμό των παραγωγικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων των ίδιων των πολιτών. Αντί να επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά στην πολιτική εκπροσώπηση των λαϊκών τάξεων, πρέπει να είμαστε σε θέση να συμβάλουμε στη διαμόρφωση μιας ισχυρής οργανωσιακής ραχοκοκαλιάς για τη διαμόρφωση αυτόνομων (από τα κέντρα ελέγχου των ελίτ), ανθεκτικών και δυναμικών δικτύων συνεταιριστικών παραγωγικών μονάδων και διανομής, τοπικών «κυττάρων» αυτο-κυβέρνησης, δημοκρατικού ελέγχου τοπικών υποδομών και ενεργειακών συστημάτων, αυτο-οργανωμένων δομών κάλυψης κοινωνικών αναγκών κ.ο.κ. Η αυτονομία βασικών λειτουργιών ισοδυναμεί με παραγωγή οικονομικής και κοινωνικής ισχύος, η οποία είναι απαραίτητη ώστε οι παραδοσιακές μορφές πολιτικού αγώνα και εκπροσώπησης να αποκτήσουν ανθεκτικότητα και δυνατότητα πραγματικής ηγεμονίας σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Η παραδοσιακή Αριστερά, όπως κατέδειξε το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ, παραμένει αδιάφορη απέναντι στις υπαρκτές σημερινές δυνατότητες, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι η μόνη πηγή ισχύος για να επιτύχει οτιδήποτε είναι ακριβώς οι ενσωματωμένες δυνατότητες των ανθρώπων. Ήταν σύνηθες τα τελευταία χρόνια φίλοι και γνωστοί που γνωρίζουν καλά έναν τομέα να ζητούν από τους οργανωμένους στον ΣΥΡΙΖΑ κάποιο τρόπο να βοηθήσουν στον συγκεκριμένο τομέα. Η ικανότητα απορρόφησης αυτής της διαθεσιμότητας υπήρξε απογοητευτική. Επιπρόσθετα, η παραδοσιακή νοοτροπία της Αριστεράς δεν αναγνωρίζει τη σημασία των ενσωματωμένων ικανοτήτων των μελών της, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην ιδιαίτερη πολιτική τους ταυτότητα και τη «χρησιμότητά» τους σε ένα εσωτερικό παιχνίδι εξουσίας. Αν κάτι πρόσφεραν στις ΟΜ τα δίκτυα αλληλεγγύης, ήταν η αναγνώριση των δεξιοτήτων των μελών ως σημαντικό στοιχείο τους στο πλαίσιο της ζωής της οργάνωσης.

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια συλλογική μορφή και λειτουργία με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η παραδοσιακή πολιτική μεθοδολογία εκπαιδεύει το κομματικό δυναμικό οξύνοντας συγκεκριμένες δεξιότητες: η πολιτική ικανότητα επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στη διαμόρφωση προγράμματος, την πολιτική ρητορική (κεντρική εκφώνηση, εξορμήσεις, καμπάνιες), την πολιτική συμμαχιών, τον προεκλογικό αγώνα κ.ο.κ. Στο εσωτερικό, τα μέλη αναλώνονται σε παιχνίδια εξουσίας και επιρροής μέσα σε κομματικές διαδικασίες ώστε να τροποποιήσουν την πολιτική εκφώνηση και το στίγμα του προγράμματος προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Δεν αναφέρομαι στην «κακή» εκδοχή της παραπάνω διαδικασίας (προσωπικές στρατηγικές, καταπάτηση συλλογικών κανόνων, υποτίμηση δημοκρατικών διαδικασιών, αδιαφανείς διαδικασίες απόφασης κ.ο.κ), γιατί η τροποποίηση στη μεθοδολογία που απαιτούν οι περιστάσεις υπερβαίνει την ανάγκη αντιμετώπισης τέτοιων παθογενειών.

Η μετατόπιση του «κέντρου βάρους» της πολιτικής μεθοδολογίας, από την εκπροσώπηση «απόψεων» στην υποστήριξη και καλλιέργεια της δράσης των πολιτών, τροποποιεί και τα κριτήρια αξιολόγησης και επιτυχίας. Βασικό κριτήριο επιτυχίας είναι ο αριθμός των ανθρώπων που εμπλέκονται στην ανάπτυξη του δικτύου παραγωγής ισχύος, ο βαθμός και η ένταση της «εξόρυξης» των δυνατοτήτων τους για την ενδυνάμωση του δικτύου, αλλά και η μεθοδική προετοιμασία διασύνδεσης κρατικών, θεσμικών και άλλων δομών με το εν λόγω δίκτυο (μέσω του μετασχηματισμού τους) όταν και αν κάτι τέτοιο γίνει δυνατό. Τα παραπάνω κριτήρια αξιολόγησης προάγουν με τη σειρά τους συγκεκριμένες δεξιότητες στο προφίλ των εμπλεκόμενων ανθρώπων: δεξιότητες εύρυθμης και αποτελεσματικής δημοκρατικής, συλλογικής λειτουργίας και ποιότητες που ενδυναμώνουν τη συνεργασία. Η δημοκρατία και η συνεργασία δεν είναι πλέον ένα «δέον», κάτι που επιτελούμε «από καθήκον», αλλά αποκτά νευραλγική επιχειρησιακή σημασία: η παραγωγή ισχύος που χρειαζόμαστε προκύπτει από την απελευθέρωση των δυνατοτήτων των ανθρώπων. Αυτές οι δυνατότητες απελευθερώνονται και γίνονται ενεργές μόνο όταν οι άνθρωποι συνεργάζονται ισότιμα στη βάση ενός κοινού στόχου και όταν αναγνωρίζεται η αξία των ενσωματωμένων δυνατοτήτων τους με το να μεταβιβάζονται σε αυτούς οι αποφάσεις που σχετίζονται με αυτές.

Εδώ εντάσσεται και ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που σχετίζεται με το πολιτικό φαντασιακό της παραδοσιακής Αριστεράς. Για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε σοβαρά μια τέτοια πολιτική στρατηγική, χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο ηγεσίας (leadership). Δεν αναφέρομαι μονάχα στην κεντρική ηγεσία, αλλά στην ηγετική λειτουργία που διέπει όλα τα επίπεδα ενός σύνθετου οργανισμού. Η ηγεσία είναι μια πραγματική, δομική συνέπεια των σύνθετων οργανισμών. Παράγεται από την ανάγκη διασύνδεσης πολλών μερών ενός σύνθετου συστήματος. Η επαφή μεταξύ των μερών δεν εμπλέκει το σύνολο του εκάστοτε μέρους και σε αυτό το σημείο αναδύεται η ηγεσία ως λειτουργία [1]. Ο πολιτικός προσανατολισμός ανάπτυξης ενός δικτύου παραγωγής λαϊκής ισχύος απαιτεί μια ηγεσία που δεν εμφανίζει τη ροπή απόσπασης αποφάσεων από τα υπόλοιπα μέλη του εκάστοτε μέρους του δικτύου, λόγω του ότι έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην πληροφορία και άμεση διασύνδεση με περισσότερους κόμβους του δικτύου [2]. Και τούτο διότι, αν η ισχύς του δικτύου παράγεται από την «εξόρυξη» ενσωματωμένων δυνατοτήτων όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων και αυτή η «εξόρυξη» είναι δυνατή μόνο όταν οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στις αποφάσεις που σχετίζονται με αυτές τις δυνατότητες, τότε το μοντέλο ηγεσίας που αντιστοιχεί σε αυτή τη λογική έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό τον συντονισμό των υπολοίπων για να πάρουν τις αποφάσεις.

Μια ηγεσία είναι «καλή» όταν επιτυγχάνει τον καλύτερο και λειτουργικότερο συντονισμό για την παραγωγή μιας απόφασης και όχι όταν λαμβάνει αυτή τις «καλύτερες» αποφάσεις. Καθ’ υπερβολή, η ηγεσία είναι αδιάφορη ως προς το περιεχόμενο των επιμέρους αποφάσεων και εστιάζει στην εύρυθμη λειτουργία, συντονισμό και διασύνδεση των κόμβων ενός σύνθετου δικτύου δημοκρατικών διαδικασιών απόφασης μεταξύ συνεργατικών ομάδων παραγωγής ισχύος. Κύριο μέλημά της είναι η διαρκής αναβάθμιση αυτής της λειτουργίας, η ενσωμάτωση νέων μεθόδων και εργαλείων, η αξιοποίηση της πείρας για τη βελτιστοποίηση των διαδικασιών κ.ο.κ [3]. Με άλλα λόγια, αν αποσπάμε αποφάσεις από τους ανθρώπους αποδυναμωνόμαστε, γιατί δεν επιτρέπουμε τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους. Και αυτό ισοδυναμεί με «κακή» ηγεσία.

Για την ανάπτυξη τέτοιου τύπου ποιοτήτων και νοοτροπιών υπάρχει αρκετή τεχνογνωσία την οποία πρέπει να αξιοποιήσουμε στο έπακρο. Πολλές φορές ενώ συμφωνούμε ότι πρέπει να «εμπλέξουμε» την κοινωνία, δεν γνωρίζουμε πώς να το κάνουμε με τρόπο που πραγματικά εμπνέει, διαρκεί στον χρόνο και φέρνει ουσιαστικά αποτελέσματα. Αυτό όμως είναι απολύτως λογικό, γιατί απαιτεί ικανότητες και γνώσεις που δεν προάγονται από την παραδοσιακή πολιτική μεθοδολογία ή αναπτύσσονται σε περιορισμένο βαθμό και με δυσλειτουργικό τρόπο. Ακόμη χειρότερα, μπορεί να διαθέτουμε ως άτομα τέτοιες ικανότητες, οι οποίες όμως αποκλείονται από πολιτικούς οργανισμούς που αδιαφορούν για αυτές.

Συνεπώς, μπορούμε να φανταστούμε μια αταξινόμητη με παραδοσιακούς όρους, υβριδική πολιτικό-κοινωνική συλλογικότητα η οποία κατά κύριο λόγο συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας ραχοκοκαλιάς που ενισχύει, διασυνδέει, διευκολύνει, μεταφέρει τεχνογνωσία στα διάφορα σημεία του δικτύου, ενοποιεί για να αυξήσει τη βιωσιμότητα επιμέρους λειτουργιών, συμβάλει στη δημιουργία καινοτόμων θεσμίσεων που ενισχύουν συνολικά τις επιμέρους λειτουργίες και καλλιεργούν σχετικές νοοτροπίες κοκ. Μια τέτοια «οργάνωση» που έχει επιτύχει μια καλύτερη στάθμιση μεταξύ πολιτικής αντιπροσώπευσης και παραγωγής ισχύος μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη διαμόρφωση ενός δικτύου παραγωγής λαϊκής ισχύος, η οποία είναι απαραίτητη για να ανταποκριθούμε στην πίεση που δέχεται η κοινωνία από τη σύγχρονη απολυταρχία και στους κινδύνους που ανοίγονται μπροστά μας.

______________________

Σημειώσεις

[1] Δεν εξαντλώ προφανώς όλες τις πτυχές της έννοιας της ηγεσίας.

[2] Σε αυτό το σημείο ας κρατήσουμε ότι η ψηφιακή τεχνολογία και συγκεκριμένα η μεγάλη ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας σε πραγματικό χρόνο και η ευκολία όλων στην πρόσβαση σε δεδομένα για διαδικασίες που γίνονται παράλληλα σε διαφορετικά σημεία του συστήματος, ενδεχομένως διευκολύνει την ανάπτυξη ενός διαφορετικού μοντέλου ηγεσίας, αμβλύνοντας την τάση απόσπασης αποφάσεων από τους κόμβους επικοινωνίας.

[3] Στο βιβλιαράκι «Λογική και Μέθοδος μιας Αριστερής Κυβέρνησης» αναφέρονται στοιχεία μιας παρόμοιας νοοτροπίας διακυβέρνησης σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής, που σχετίζονται με το μοντέλο ηγεσίας που απαιτούν οι συνθήκες.

 

*Δημοσιεύθηκε στο RedNotebook στις 22/12/2015

Public is good: using democratisation against privatisation of public services

*Extended version of talk delivered in Zagreb, November 2015. Seminar with the title »Public is good: using democratisation against privatisation of public services», organized by Institute for Political Ecology.

I would like to thank the Institute for Political Ecology for the invitation and the opportunity to present experiences and thoughts on one of the most crucial pillars of the neoliberal trasformation: privatizations. I am going to present briefly the course of privatizations in Greece and I will outline the innovative features of the struggle against privatization of the water company in Thessaloniki. I will conclude with several thoughts regarding necessary requirements for a transformative process from a defensive struggle to protect public enterprises run by the state towards a more confident way of fighting that promotes a new model of democratic management and social control over enterprises that are related to common resources and goods.

1. The process of privatization in Greece began in the early 1990s. The right-wing government of the day considered privatization as the main policy objective. However, the implementation of this first wave of privatizations was blocked by strong political and labor union opposition.

The context changed after 1995, when Greece was admitted to candidacy in the European Monetary Union (EMU). This exerted pressure on the governments to implement structural reforms in order to foster policy credibility. During this second stage privatizations mainly involved public utilities (water, gas, electric distribution), banks, services, and telecommunications.

Since 2011 and under the rule of Troika the strategy of privatization became even more aggressive. A new Fund was created, responsible for gathering the state and public assets that were for sale and new legislation passed to facilitate the process. Indicatively, the assets were 35 state buildings, shares of the state in various enterprises like Athens International Airport, Hellenic Petroleum, Athens Water Company (EYDAP), Thessaloniki Water Company (EYATH), Hellenic Motorways, the companies of the major ports of Pireaus and Thessaloniki, Hellenic Post (ELTA) and 10 other Ports.

The major privatizations that are being pursued at this period of time is the two major ports of the country, the railway company, 14 regional airports, and the gas company. The further privatization of some major assets and companies of the electric companies group is postponed for the time being for reasons that are not connected to citizen’s or worker’s mobilization.

2. The movements that are developing against privatization of public enterprises and assets include apart from usual suspects like environmentalists – who are very well aware that privatization and subsumption of public properties under the logic of profit means severe threats for the environment – left and progressive groups, mainly include the relevent labor unions and local communities (especially in the case of ports and airports). These movements are mainly developed in traditional lines, namely by focusing on labor and community rights that are going to be compromised by the respective privatizations. That’s why they are having difficulties to build a wider front of social support and as we know from past experience they tend to dismantle if the government is willing to offer various types of compensation to the mobilized agents. This is a common pattern whenever the movement is centered exclusively on the rights of specific groups that are being affected directly by the process of privatization.

We could say that the majority of the movements and the citizens who were and are fighting against privatizations in Greece do not focus sufficiently on issues like democratization of public enterprises, participatory governance and citizen’s involvement in planning, implementation and control of the relevant policies. And this is the case mainly for two reasons: firstly, only recently the Greek society is gradually becoming aware of the dangers and the deadlocks of the privatization process: increase of price, underinvestment, poor maintenance of infrastructure and decrease of service quality. So, the citizen’s initiatives and movements are now realizing that we need a convincing rhetoric and a victorious strategy. So, we can speak of growing awareness but not a more radical – in terms of democratic processes – movement strategy yet.

Secondly, it hasn’t been developed sufficiently yet – both in practical terms and in terms of political imagination – effective methodological and organizational tools for functions like democratic management and control of public enterprises. However, due to the recent political developments in Greece – namely the insufficiency of traditional electoral politics to change the basic parameters of austerity and other neoliberal policies, like privatizations – plenty of people are beginning to explore ways and methods of impoving citizen’s real involvement in democratic, transparent and participatory processes that could take on the responsibility of running basic social and productive functions, part of which are the functions of controling and managing public enterprises.

On the other hand, there were various domains of social mobilization during the memorandum years that were characterized by participation, active involvement, self-organization,self-governing and deepening of democratic processes. Solidarity networks of various kinds, networks of distribution and social medical centers and drug stores developed organizational traits and shifts in social relations that point towards new models of collaboration and collective existence that can help us elaborate a different mentality of citizen’s control and management over basic functions of our societies. However, these features didn’t emerge through the struggle against privatizations which is the topic of our discussion here.

So, we could say that the Greek society is just beginning to follow the path that other european societies have already taken the last years. The path of increased confidence that leads to bolder goals like the remunicipalisation or bringing back services to public sector because of the negative effects of their privatization. A path that sometimes led also to democratisation of public services through experiments in participatory governance and involvement of various social groups in supervision and management of public companies and institutions. In other words, it seems that Greece has just begun to converge with what is already happening to other countries.

3. The struggle against the privatization of the water company in Thessaloniki was the most important one regarding the issues we are discussing here. A dynamic grass rooted movement managed to mobilize citizens and institutions and to spread the information concerning the consequences of water privatization, based on data extracted from the international experience.

In 2012 the government announced that will set the management and almost the total of the two biggest cities water companies stock capital under private control. When the government made the offer in 2012, apart from private firms, a component of the movement in Thessaloniki, the “initiative 136” proposed a model of social management and ownership. The initiative was named by the following idea: if we divide the estimate EYATH’s capital value out of the number of those it serves we would need 136 euros per each in order to have the company under social control. For that reason non-profit cooperatives per municipality have been created in order to be in charge of water management. The Initiative 136 collaborated closely with the workers of the company and the latter supported their proposal.

The interesting thing here is that a struggle against privatization didn’t use only the traditional arguments and tools but shaped a public proposal based on organizational principles of direct democracy: decisions would be taken at open assemblies, based on principles of self management and one person, one vote process. They proposed a deepening of democracy through social participation of public goods management and division to smaller local water companies, a development that could facilitate participation and control from the consumers due to the smaller scale. In that way they manage to overcome the reservations and dissatisfaction towards public companies and mobilise more people towards the fight against water privatisation.

Of course, there were various debates within the movement mainly related to the efficiency of such a proposal. Water is too important and needs high expertise and big amounts of money for investments in infrastructure and maintenance, attributes that the state is in a position to secure. It is not the kind of recourse that we can take risks by experimenting with its management. Additionally to that, many people were asking ‘why we should pay again for an infrastructure that we have already paid for as tax payers?’.

As it was expected, K136’s proposal was not accepted by the government, even though it attracted wide international interest and publicity. In March 2013 the EYATH Workers Union made an open call for the creation of a great alliance against privatization. Municipalities, Initiative 136, the Citizen’s Union for Water (second level union of water cooperatives), 12 non-profit water cooperatives, several grass rooted movements and independent citizens, co-founded the coordinating body ‘SOSte to Nero’ (Save Water). It is indicative that ‘SOSte to Nero’ took the stance that water should be under public control.

Despite differences, the need for unity prevailed. And not only that. By being excluded from institutional and official ways of promoting their struggle and influence the decision-making process, ‘SOSte to Nero’ made another unexpected move: it decided to organise a local popular referendum on water privatisation. On the 14th of March 2014, the Regional Association of Municipalities of Central Macedonia decided unanimously to hold a referendum despite the fact that its legitimacy was debatable. The inspiration came by official and unofficial referendums that took place in other countries or cities like Italy 2011, Berlin 2011, Vienna 2013. Three-member steering committees have been created to organize it in each municipality and municipal community of Thessaloniki, involving one representative from each municipality, one of K136 and one of the EYATH Workers. ‘Soste to Nero’ circulated a call for support at European level. EPSU (European Federation of Public Service Union) took a lead in coordinating financial donations as well as volunteers in order to facilitate the process and provide international observers as a way to enhance credibility and legitimacy. The referendum took place on the 18th of May, the day of local and European elections, despite the efforts of the government to prevent it. 218,002 citizens participated in the referendum (half of those who participated in the local and european elections at the region) and 98% of these voters said No to privatization.

As a result, the privatization process was blocked and dignity and social empowerment were strengthened. It is interesting to point out that by using tools and methods that enhance people’s participation like referendums, participatory budget, popular legislative initiatives etc, it is possible to achieve legitimacy and the necessary power to enforce people’s will. There were also positive institutional shifts: the higher court of Greece decided that the state should remove the water company of Athens from the fund responsible for the privatization process, in order to comply with the Constitution. Since then, several initiatives, conferences and events from grass rooted groups, active on water issue were asking for the same thing. In any case, it became clear that once we organize resistance effectively and mobilize people approrpiately, there are ways to overcome the power of corporations and the state.

4. Now, let me conclude with a few thoughts regarding necessary requirements for upgrading our power in the fight against privatizations:

– Instead of just convincing citizens and workers in the relevant companies that democratic management and social supervision is the right way to go, we must focus on elaborating planning, implementation and monitoring tools and organizational schemes that facilitate the transition towards this direction. We know that people are demoralized when it comes to those issues because of the fact that they seem to be terribly difficult – if not impossible – to make them function. Let’s reorient our attention from the political argumentation towards the improvement of a democratic and participatory operating system.

– the progress in various areas of human intellectual and practical experience, the innovative configuration of know-how and expertise in colaborative work and new technologies could provide us the initial ground for the systematic elaboration of efficient models of co-management, democratic decision-making and social supervision.

– Democratic management and social supervision is the only way to confront corruption in various levels in a period of time in which our societies will have limited resources at their disposal. We can afford neither the imposition of profit nor corruption to the administration of our infrastructures and the relevant resources.

– Privatization is the highest stage of the non-transparent state function of public enterprises; not an answer to it. Non-transparent state function of public enterprises deprives us from the right to decide or have a say on crucial issues. But it is considered to be a problem, since we the citizens are still typically the owners. Privatization legitimizes the problem; it transforms it into normality; only the owner have a substantive say and we are no longer the owners; we are just clients. Privatization is the final destination of a gradual derpivation of people’s right to have access to crucial decisions regarding crucial issues for their lives such as vital infrustrures of our societies. Not having any control over infrastructure is a dangerous direction especially in the era of increased geopolitical instability and war we are gradually entering.

From my experience people are gradually aware that the era of innocence and naivity has passed. It’s time the citizens to step in and take direct control of their own societies.

Ομιλία στην παρουσίαση του φιλοσοφικού τόμου «Διατομικότητα» (video)

Oμιλία στην παρουσίαση του φιλοσοφικού τόμου «Διατομικότητα, Κείμενα για μια οντολογία της σχέσης» (Balibar, Chiesa, Culioli, Deleuze, Del Lucchese, Goldman, Habermas, Hegel, Kojιve, Lacan, Lecercle, Marx, Morfino, Normand, Simmel, Simondon, Spinoza, Freud, Virno, Weber) σε επιμέλεια Μιχάλη Μπαρτσίδη την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου στο Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων.